Η αρ­χαί­α κο­ριν­θια­κή χώ­ρα συ­μπί­πτει με το ση­με­ρι­νό νο­μό Κο­ριν­θί­ας, μό­νο ως προς τα α­να­το­λι­κά ό­ρια της, ε­νώ δια­φέ­ρει ση­μα­ντι­κά κα­τά τα υ­πό­λοιπα. Έ­τσι, τα δυ­τι­κά σύ­νο­ρα της αρ­χαί­ας γης α­κο­λου­θού­σαν την κοι­λά­δα του ποτα­μού Σύ­θα στο ση­με­ρι­νό Ξυ­λό­κα­στρο, α­φή­νο­ντας α­π’ έ­ξω τα Τρί­κα­λα και το όρος της Κυλ­λή­νης. Τα νότια σύνορά της δεν περιελάμβαναν τις πε­ριο­χές της Στυμ­φα­λί­ας και του Φενε­ού, που α­νή­καν στην Αρ­κα­δί­α, ε­νώ με­τά τη Νε­μέ­α, η Κο­ριν­θί­α ε­νω­νό­ταν με την Αρ­γο­λί­δα και ε­κτει­νό­ταν μέ­χρι την πα­ρα­λί­α του ση­με­ρι­νού Τυ­ρού. Η α­να­φο­ρά μας, στην πο­λυ­τά­ρα­χη ι­στο­ρί­α της, θα α­κο­λου­θή­σει τα ση­με­ρι­νά ό­ρια του νο­μού.

Τα πρώ­τα ση­μά­δια οί­κη­σης κα­τά την προ­ϊ­στο­ρι­κή ε­πο­χή τα βρί­σκου­με στις πε­ριο­χές του Φε­νε­ού, της Στυμ­φαλί­ας, της Νε­μέ­ας, της λί­μνης Βου­λιαγ­μέ­νης του Λου­τρα­κί­ου, αλ­λά κυ­ρί­ως στον οι­κι­σμό του Κο­ρά­κου, στην δυ­τι­κή έ­ξο­δο της ση­με­ρι­νής πό­λης της Κο­ρίν­θου. Οι α­να­σκα­φές α­πέ­δει­ξαν ό­τι κα­τοι­κεί­το ή­δη α­πό την 5η π.Χ. χι­λιε­τί­α και γνώρι­σε με­γά­λη άν­θι­ση μέ­χρι τις αρ­χές της 2ης π.Χ. χι­λιε­τί­ας, ό­ταν δια­πι­στώ­νε­ται κα­τα­στρο­φή του. Το 1900 π.Χ. η πα­ρα­λια­κή Κο­ριν­θί­α ε­ποι­κί­ζε­ται α­πό Ί­ω­νες, ε­νώ η νό­τια (Φε­νε­ός, Στύμ­φη­λος) α­πό Αρ­κά­δες. Το 1500 π.Χ. εμ­φα­νί­ζο­νται, σε ό­λη την Κοριν­θί­α, Α­χαιοί και δη­μιουρ­γού­νται μυ­κη­να­ϊ­κά κέ­ντρα, τα ο­ποί­α  μνη­μο­νεύ­ονται στον Κα­τά­λο­γο των Νη­ών της Ι­λιά­δας: Κό­ριν­θος, Κλε­ω­ναί, Σι­κυών, Γο­νό­εσ­σα (σημ. Πύρ­γος;) Πελ­λή­νη, Φε­νε­ός και Στύμ­φη­λος. Το 1200 π.Χ. οι Δω­ριείς ή Η­ρα­κλειδείς ό­πως εί­ναι γνω­στοί στην αρ­χαιό­τη­τα, ει­σέ­βαλ­λαν στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Έ­να α­πό τα τέσ­σε­ρα τμή­μα­τα στα ο­ποί­α χω­ρί­στη­καν κα­τέ­λα­βε το Σο­λύ­γειο λό­φο κι εν συ­νε­χεί­α κυ­ρί­ευ­σε ό­λη την Κο­ριν­θί­α πλην των Αρ­κα­δι­κών πό­λε­ων, Φε­νε­ού και Στύμ­φη­λου.

Α­πό τα μέ­σα του Θ΄ π.Χ. αιώ­να οι Κο­ρίν­θιοι αρ­χί­ζουν τις ε­ξα­γω­γές αγ­γεί­ων στην Δυ­τι­κή Ελ­λά­δα κι εν συ­νε­χεί­α ι­δρύ­ουν α­ποι­κί­ες στην Ι­θά­κη και την Κέρ­κυ­ρα, ε­νώ το 734 π.Χ. Τε­νε­ά­τες με αρ­χη­γό τον Αρ­χί­α ι­δρύ­ουν την πό­λη των Συ­ρα­κουσών στη Σι­κε­λί­α. Το 704 π.Χ. ο Α­μει­νο­κλής, κα­τά δια­τα­γή των Κο­ριν­θί­ων, κα­τα­σκευά­ζει τις πρώ­τες τρι­ή­ρεις, α­νοί­γο­ντας νέ­ους δρό­μους στην ναυ­πη­γι­κή ι­στορί­α του τό­που μας. Την ί­δια ε­πο­χή, τα κο­ριν­θια­κά κε­ρα­μι­κά ερ­γα­στή­ρια πα­ρου­σιά­ζουν με­γά­λη άν­θι­ση και υ­ιο­θε­τούν μια νέ­α τε­χνι­κή δια­κό­σμη­σης των αγγεί­ων, που ο­νο­μά­ζε­ται με­λα­νό­μορ­φη και φέρ­νει ε­πα­νά­στα­ση στην ελ­λη­νι­κή τέ­χνη.

Το 660 π.Χ. η Κό­ριν­θος ε­μπλέ­κε­ται με τους Κερ­κυ­ραί­ους, στην αρ­χαιό­τε­ρη –πα­λαί­τα­τη σύμ­φω­να με το Θου­κυ­δί­δη- ναυ­μα­χί­α με­τα­ξύ ελ­λη­νι­κών πό­λε­ων και λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, τύ­ραν­νος της πό­λης α­να­λαμ­βά­νει ο Πε­ρί­αν­δρος, ο οποί­ος  χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ως έ­νας α­πό τους ε­πτά σο­φούς της Αρ­χαί­ας Ελ­λά­δας. Ο διά­ση­μος αυ­τός ά­ντρας συ­νέ­λα­βε κι ε­πι­χεί­ρη­σε με­γά­λα τε­χνι­κά έρ­γα, ό­πως τη διά­νοι­ξη του Ι­σθμού, την κα­τα­σκευ­ή του διόλ­κου, ε­νώ α­κο­λου­θώ­ντας την πο­λιτι­κή του πα­τέ­ρα του Κύ­ψε­λου -ο ο­ποί­ος εί­χε ι­δρύ­σει α­ποι­κί­ες στην Λευ­κά­δα, το Α­να­κτό­ριο και την Αμ­βρα­κί­α- έ­κτι­σε την Α­πολ­λω­νί­α στην Ιλ­λυ­ρί­α και την Πο­τί­δαια στην Χαλ­κι­δι­κή.

Το 582 π.Χ. και το 573 π.Χ. τα Ί­σθμια και τα Νέ­μεια α­ντί­στοι­χα, α­να­διορ­γα­νώ­νο­νται και α­πο­κτούν πα­νελ­λή­νιο χα­ρα­κτή­ρα. Τε­λού­νται αμ­φό­τε­ροι σαν τριε­τη­ρι­κοί α­γώ­νες, οι πρώ­τοι κα­τά την ά­νοι­ξη στο δεύ­τε­ρο και τέ­ταρ­το έ­τος των Ο­λυ­μπιά­δων και οι δεύ­τε­ροι τον Ιού­λιο του πρώ­του και τρί­του έ­τους. Την ίδια ε­πο­χή, τό­σο στην Κό­ριν­θο ό­σο και στη Σι­κυώ­να συ­να­ντού­με τα πρώ­τα σπέρ­μα­τα του θε­ά­τρου και της τρα­γω­δί­ας. Έ­τσι, στην αυ­λή του Πε­ρί­αν­δρου ο Λέ­σβιος Α­ρί­ων ε­ξε­λίσ­σει τον δι­θύ­ραμ­βο σε αυ­τό­νο­μο ποι­η­τι­κό-μου­σι­κό εί­δος, με­ταμφιέ­ζο­ντας πα­ράλ­λη­λα τους χο­ρευ­τές του κι αυ­τό κά­νει το Σό­λω­να να χα­ρα­κτη­ρί­σει αυ­τές τις συν­θέ­σεις ως “δρά­μα τρα­γω­δί­ας”. Πα­ράλ­λη­λα, στη γειτο­νι­κή Σι­κυώ­να οι “τρα­γι­κοί χο­ροί” με τους ο­ποί­ους τι­μού­σαν τον Αρ­γεί­ο Ά­δρα­στο -λό­γω της α­ντιαρ­γεί­ας πο­λι­τι­κής του Κλει­σθέ­νη- α­πο­δό­θη­καν στο Διό­νυ­σο κι ε­κεί α­νά­γο­νται τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά κα­τά­λοι­πα του θρη­νη­τι­κού στοι­χεί­ου, που θε­ω­ρεί­ται έ­να α­πό τα βα­σι­κά συ­στα­τι­κά της τρα­γω­δί­ας. Σύμ­φωνα με τον Α­ρι­στο­τέ­λη, πρώ­τος τρα­γι­κός ποι­η­τής, θε­ω­ρεί­ται ο Σι­κυώ­νιος Ε­πιγέ­νης.

Ε­κεί­νη την ε­πο­χή στη Σι­κυώ­να κυ­βερ­νά ο τύ­ραν­νος Κλει­σθέ­νης, α­πό­γο­νος του Ορ­θα­γό­ρα και συ­νε­χι­στής της ο­μώ­νυ­μης δυ­να­στεί­ας, ο ο­ποί­ος α­κο­λού­θη­σε κατ’ ε­ξο­χήν α­ντι­δω­ρι­κή πο­λι­τι­κή, κυ­ρί­ως ε­να­ντί­ον του Άρ­γους, α­πό το ο­ποί­ο α­πέ­σπα­σε τις Κλε­ω­νές και την Πελ­λή­νη, ε­νώ έ­λα­βε μέ­ρος στον Α΄ Ιε­ρό Πό­λε­μο α­πο­σπώ­ντας ση­μα­ντι­κά λά­φυ­ρα. Η κό­ρη του, Α­γα­ρί­στη, πα­ντρεύ­τη­κε μετα­ξύ του 580 και 575 π.Χ. τον Α­θη­ναί­ο Με­γα­κλή κι έ­γι­νε μη­τέ­ρα του Κλει­σθέ­νη του Αθη­ναί­ου, του ε­μπνευ­στή του πο­λι­τεύ­μα­τος της Δη­μο­κρα­τί­ας.

Το 481 π.Χ., στο ιε­ρό του Πο­σει­δώ­να στην Ι­σθμί­α, οι Έλ­λη­νες για πρώ­τη φο­ρά με­τά τα Τρω­ϊ­κά ε­νώ­νο­νται, για να α­ντι­με­τω­πί­σουν τον περ­σι­κό κίν­δυ­νο. Α­πό τό­τε το Ιε­ρό του Πο­σει­δώ­να α­πε­τέ­λε­σε το κέ­ντρο του ε­νω­μέ­νου ελ­λη­νι­σμού, ό­που συ­γκα­λού­νταν κατ’ ε­ξο­χήν τα Πα­νελ­λή­νια Συ­νέ­δρια. Κο­ρίν­θιοι, Φλιά­σιοι και Σι­κυώ­νιοι συμ­με­τείχαν τό­σο στη μά­χη των Θερ­μο­πυ­λών ό­σο και στων Πλα­ταιών.

Το 460 π.Χ., με α­φορ­μή προ­σχώ­ρη­ση των Με­γα­ρέ­ων στην Α­θή­να, α­να­πτύσ­σε­ται σφο­δρό μί­σος με­τα­ξύ Κο­ριν­θί­ων και Α­θη­ναί­ων, που ο­δη­γεί στον πρώ­το Πε­λο­πον­νη­σια­κό πό­λε­μο, στον ο­ποί­ο κα­νείς δεν βρέ­θη­κε νι­κη­τής, ό­ταν έ­λη­ξε με­τά την ε­πέμβα­ση των Σπαρ­τια­τών.

Το 433 π.Χ., ό­μως, το υ­πο­βό­σκον μί­σος με­τα­ξύ των δύ­ο ελ­λη­νι­κών πό­λε­ων και μια σει­ρά συ­γκρού­σε­ων και α­ντεκ­δι­κή­σε­ων με­τα­ξύ των α­ποι­κιών τους, ο­δή­γη­σε στον Β΄ Πε­λο­πον­νη­σια­κό Πό­λε­μο. Έ­τσι το 429 π.Χ. ο κο­ριν­θια­κός στό­λος α­πέ­τυ­χε να νι­κή­σει τον α­θη­να­ϊκό σε ναυ­μα­χί­α ΒΔ της Πά­τρας, ε­νώ το 425 π.Χ. με­γά­λη α­πό­βα­ση του α­θη­να­ϊ­κού στρατού στην πε­ριο­χή της Σο­λυ­γεί­ας ο­δή­γη­σε σε ήτ­τα των Κο­ριν­θί­ων, οι οποί­οι ό­μως το ε­πό­με­νο έ­τος κα­τά­φε­ραν να α­πο­σπά­σουν τα Μέ­γα­ρα α­πό τους Α­θηναί­ους. Το 421 π.Χ. οι Κο­ρίν­θιοι ε­να­ντιού­με­νοι στην “Ει­ρή­νη του Νι­κί­α” που συ­νε­τά­γη με­τα­ξύ Α­θη­ναί­ων και Σπαρ­τια­τών, προ­χώ­ρη­σαν σε α­ντι­σπαρ­τια­τική συμ­μα­χί­α με το Άρ­γος, η ο­ποί­α σύ­ντο­μα δια­λύ­θη­κε, α­φού κα­τά­φε­ραν να πείσουν τε­λι­κώς τους Σπαρ­τιά­τες να α­να­μει­χθούν και πά­λι στον πό­λε­μο. Έ­τσι, το 414 π.Χ. οι Α­θη­ναί­οι ξε­κι­νούν με­γά­λη εκ­στρα­τεί­α στην κο­ριν­θια­κή α­ποι­κί­α των Συ­ρα­κου­σών, η ο­ποί­α έ­με­λε να λή­ξει με πα­τα­γώ­δη και τρα­γι­κή ήτ­τα των Α­θη­νών. Εν συ­νε­χεί­α, ο πό­λε­μος με­τα­φέρ­θη­κε στην α­να­το­λι­κή ό­χθη του Αιγαί­ου, ό­που ο κο­ριν­θια­κός στό­λος α­κο­λού­θη­σε τους Σπαρ­τιά­τες, κα­τα­φέρ­νο­ντας, τε­λι­κά, με­γά­λη νί­κη ε­να­ντί­ον των Α­θη­ναί­ων το 404 π.Χ., στη μά­χη στους Αι­γός πο­τα­μούς, μά­χη η ο­ποί­α σή­μα­νε και το τέ­λος του πο­λέ­μου.

Με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, η κου­ρα­σμέ­νη κι ε­ξα­ντλη­μέ­νη Κό­ριν­θος α­ντι­στά­θηκε στην Σπαρ­τια­τι­κή η­γε­μο­νί­α, συμ­μά­χη­σε με τους Α­θη­ναί­ους, αλ­λά, τε­λι­κώς, σε μά­χη στο Νέ­με­ο πο­τα­μό (σημ. Ζα­πά­ντης) υ­πέ­στη συ­ντρι­πτι­κή ήτ­τα α­πό τους Λα­κε­δαι­μο­νί­ους.

Το 370 π.Χ. ι­δρύ­θη­κε το Αρ­κα­δι­κό Κοι­νό, το ο­ποί­ο πε­ριε­λάμ­βα­νε τις πό­λεις Φε­νε­ό και Στύμ­φη­λο, ε­νώ έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα οι Βοιω­τοί -που στο με­τα­ξύ εί­χαν ι­δρύ­σει το Βοιω­τι­κό Κοι­νό- ε­ξε­στρά­τευ­σαν ε­να­ντί­ον της Κο­ριν­θί­ας αλ­λά και ό­λης της Πε­λο­πον­νή­σου. Σε δει­νή θέ­ση πε­ρι­ήλ­θαν η Κό­ριν­θος, η Σι­κυώ­να, αλ­λά και ο Φλειού­ντας. Το 366 π.Χ. οι Κο­ρίν­θιοι και οι Φλειά­σιοι συ­νή­ψαν ει­ρή­νη με τους Θη­βαί­ους κι ε­γκα­τέ­λει­ψαν την πο­λε­μι­κή προ­σπά­θεια.

Εν τω μέ­σω ο­ξύ­τα­των οι­κο­νο­μι­κών και κοι­νω­νι­κών προ­βλη­μά­των, α­πο­τό­κων του πο­λέ­μου, το 345 π.Χ. η Κό­ριν­θος ε­νε­πλά­κη σε νέ­α πο­λε­μι­κή ε­πι­χεί­ρη­ση, στη Σικε­λί­α αυ­τή τη φο­ρά, βο­η­θώ­ντας τις Συ­ρα­κού­σες να α­ντι­με­τω­πί­σουν τον καρ­χηδο­νια­κό κίν­δυ­νο. Στη διάρ­κεια αυ­τής της εκ­στρα­τεί­ας α­να­δεί­χθη­κε ως άν­δρας ε­ξαί­ρε­του ή­θους και υ­ψη­λού φρο­νή­μα­τος, ο Τι­μο­λέ­ων, ο ο­ποί­ος ή­ταν ο ε­πι­κεφα­λής του εκ­στρα­τευ­τι­κού σώ­μα­τος. Κα­τά­φε­ρε να ε­λευ­θε­ρώ­σει ό­λες τις πό­λεις της Σι­κε­λί­ας και να ε­γκα­θι­δρύ­σει δη­μο­κρα­τι­κά πο­λι­τεύ­μα­τα, έ­γι­νε έ­τσι ι­διαί­τε­ρα α­γα­πη­τός στο λα­ό και τά­φη­κε με με­γά­λες τι­μές στην γη των Συ­ρακου­σών.

Το 337 π.Χ. με­τά τη μά­χη της Χαι­ρώ­νειας, στο ιε­ρό του Πο­σει­δώ­να στην Ι­σθμί­α, συνε­κλή­θη υ­πό το Φί­λιπ­πο τον Β΄, το δεύ­τε­ρο Πα­νελ­λή­νιο Συ­νέ­δριο, ό­που συ­στάθη­κε το “Κοι­νό των Ελ­λή­νων” και α­πο­φα­σί­στη­κε η εκ­στρα­τεί­α στην Περ­σί­α. Έ­να, μό­λις, χρό­νο αρ­γό­τε­ρα και με­τά τη δο­λο­φο­νί­α του Φι­λίπ­που και την α­να­κή­ρυ­ξη του Α­λε­ξάν­δρου, ως βα­σι­λιά της Μα­κε­δο­νί­ας, το συ­νέ­δριο ε­πανα­λή­φθη­κε -πλην Λα­κε­δαι­μο­νί­ων- κι ο νε­α­ρός βα­σι­λιάς α­να­γο­ρεύ­τη­κε “στρα­τη­γός αυ­το­κρά­τωρ”.

Με­τά το θά­να­το του Με­γά­λου Α­λε­ξάν­δρου, η Κό­ριν­θος και η Σι­κυώ­να πε­ρι­ήλ­θαν στην κα­το­χή του Α­λε­ξάν­δρου γιου του Πο­λυ­πέρ­χο­ντος, ε­νώ η Στύμ­φη­λος και οι Κε­χρε­ές βρέ­θη­καν υ­πό τον Κάσ­σαν­δρο, με τον ο­ποί­ο, ό­μως, συμ­μά­χη­σε ο Α­λέξαν­δρος, στη συ­νέ­χεια. Ω­στό­σο, η γυ­ναί­κα του Α­λε­ξάν­δρου, η ο­ποί­α τον δια­δέ­χτη­κε με­τά τη δο­λο­φο­νί­α του, πα­ρέ­δω­σε το 308 π.Χ. τις δύ­ο πό­λεις στον Πτο­λε­μαί­ο, ο ο­ποί­ος δεν κα­τά­φε­ρε να τις δια­τη­ρή­σει, α­φού δύ­ο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα η Κό­ρινθος πέ­ρα­σε στην κυ­ριαρ­χί­α του Κασ­σάν­δρου και η Σι­κυώ­να τρί­α χρό­νια αρ­γότε­ρα “ε­λευ­θε­ρώ­θη­κε” α­πό τον Δη­μή­τριο τον Πο­λιορ­κη­τή, τον ο­ποί­ο δέ­χτηκαν στη συ­νέ­χεια και οι Κο­ρίν­θιοι, ως ε­λευ­θε­ρω­τή.

Το 302 π.Χ. ο Δη­μή­τριος συ­νεκά­λε­σε στην Κό­ριν­θο συ­νέ­δριο και ε­πα­νί­δρυ­σε τη “Συμ­μα­χί­α της Κο­ρίν­θου”.

Το 251 π.Χ. κι ε­νώ η Σι­κυώ­να έ­χει πε­ρά­σει στα χέ­ρια δια­φό­ρων τυ­ράν­νων, κά­νει την εμ­φά­νι­σή του στην πο­λι­τι­κή και στρα­τιω­τι­κή σκη­νή της ε­πο­χής έ­νας νέ­ος ά­ντρας, ο Ά­ρα­τος, ο ο­ποί­ος κα­τα­φέρ­νει να εκ­διώ­ξει τον τύ­ραν­νο Νι­κο­κλή, να ε­γκα­θι­δρύ­σει δη­μο­κρα­τί­α και να ε­ντά­ξει την πό­λη στην Α­χα­ϊ­κή Συ­μπο­λι­τεία, ό­που ε­κλέ­γε­ται στρα­τη­γός λί­γο αρ­γό­τε­ρα. Το 243 π.Χ. κυ­ριεύ­ει για λο­γα­ρια­σμό της Συ­μπο­λι­τεί­ας την Κό­ριν­θο και το Λέ­χαιο, ό­μως το 225 π.Χ. α­να­γκά­ζε­ται, προ­κει­μέ­νου να α­ντι­με­τω­πί­σει τον σπαρ­τια­τι­κό κίν­δυ­νο, να συμ­μα­χή­σει με τους Μα­κε­δό­νες και να πα­ρα­δώ­σει σ’ αυ­τούς την Κό­ριν­θο, κα­τα­στέλ­λο­ντας ταυτό­χρο­να ε­ξέ­γερ­ση στη Σι­κυώ­να. Ο λα­μπρός Σι­κυώ­νιος στρα­τη­γός πέ­θα­νε το χει­μώ­να του 214/3 π.Χ., σε η­λι­κί­α 57 χρο­νών.

Την ά­νοι­ξη του 196 π.Χ., οι Ρω­μαί­οι, που βρί­σκο­νται σε πό­λε­μο με τους Μα­κε­δό­νες, συ­γκα­λούν στην Κό­ριν­θο συ­νέ­δριο για την τύ­χη των ελ­λη­νι­κών πό­λε­ων, ό­που α­πο­φα­σί­ζουν, αφ’ ε­νός μεν την ε­γκα­θί­δρυ­ση ρω­μα­ϊ­κής φρου­ράς στον Α­κροκό­ριν­θο, αφ’ ε­τέ­ρου δε το α­φρού­ρη­το και α­φο­ρο­λό­γη­το των ελ­λη­νι­κών πό­λε­ων, ε­νώ δύ­ο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα α­πο­χω­ρεί και η φρου­ρά α­πό την α­κρό­πο­λη της Κο­ρίνθου και η πό­λη γί­νε­ται έ­δρα της Α­χα­ϊ­κής Συ­μπο­λι­τεί­ας, γε­γο­νός που πλή­ρωσε πο­λύ α­κρι­βά 50 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα.

Το Μά­ιο του 146 π.Χ. η τα­κτι­κή συ­νέ­λευ­ση της Α­χα­ϊ­κής συ­μπο­λι­τεί­ας στην Κό­ρινθο α­πο­φα­σί­ζει την κή­ρυ­ξη του πο­λέ­μου τυ­πι­κά ε­να­ντί­ον των Σπαρ­τια­τών, ουσια­στι­κά, ό­μως, ε­να­ντί­ον των Ρω­μαί­ων. Ο ύ­πα­τος Λεύ­κιος Μόμ­μιος α­πο­στέλ­λεται α­πό τη Σύ­γκλη­το να α­ντι­με­τω­πί­σει την κα­τά­στα­ση με σα­φείς ο­δη­γί­ες: Η τιμω­ρί­α των Α­χαιών να εί­ναι πα­ρα­δειγ­μα­τι­κή, ώ­στε να κα­τα­πτο­η­θούν ό­λοι οι Έλλη­νες. Με­τά α­πό μί­α σει­ρά λά­θος χει­ρι­σμούς, α­πό πλευ­ράς των στρα­τη­γών της Α­χα­ϊ­κής Συ­μπο­λι­τεί­ας, οι Ρω­μαί­οι κυ­ρί­ευ­σαν την πό­λη της Κο­ρίν­θου και επι­δό­θη­καν στην υ­λο­ποί­η­ση της α­πό­φα­σης της Συ­γκλή­του, με υ­περ­βο­λι­κό ζή­λο. Έ­τσι, έ­σφα­ξαν ό­λους τους άν­δρες, πού­λη­σαν ως δού­λους τις γυ­ναί­κες, τα παιδιά και τους α­πε­λεύ­θε­ρους δού­λους, λε­η­λά­τη­σαν την πό­λη και τέ­λος την πυρ­πό­λη­σαν. Η Κό­ριν­θος ε­ρη­μώ­θη­κε κυ­ριο­λε­κτι­κά. Έ­να τμή­μα της χώ­ρας δημεύ­τη­κε α­πό τη Ρώ­μη ως δη­μό­σια γη, ε­νώ το υ­πό­λοι­πο υ­πή­χθη στη Σι­κυώ­να, η ο­ποί­α α­νέ­λα­βε και την ορ­γά­νω­ση των Ι­σθμί­ων.

Το 44 π.Χ. ο Ιού­λιος Καί­σαρ ε­πα­να­ποί­κι­σε την Κό­ριν­θο με α­πε­λεύ­θε­ρους και βετε­ρά­νους Ρω­μαί­ους, που ε­ξελ­λη­νί­στη­καν πο­λύ γρή­γο­ρα και την ο­νό­μα­σε Laus Iulia Corinthus. Η νέ­α Κό­ριν­θος πα­ρου­σί­α­σε πο­λύ με­γά­λη άν­θι­ση, έ­τσι που σύ­ντο­μα έ­γινε η πλου­σιό­τε­ρη και ση­μα­ντι­κό­τε­ρη πό­λη της Πε­λο­πον­νή­σου, ε­πι­σκιά­ζο­ντας α­κό­μη και την Α­θή­να. Η οι­κο­νο­μι­κή της ευ­η­με­ρί­α δι­ήρ­κε­σε σε ό­λη την πρώ­ιμη αυ­το­κρα­το­ρι­κή πε­ρί­ο­δο.

Έ­τσι, κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ριο­δεί­α του ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος βρί­σκει στην Κό­ρινθο μια αν­θη­ρή οι­κο­νο­μι­κά κοι­νω­νί­α και πα­ρα­μέ­νει ε­νά­μι­σι χρό­νο στην πόλη κο­ντά στους Α­κύ­λα και Πρί­σκιλ­λα, οι ο­ποί­οι ί­δρυ­σαν την πρώ­τη χρι­στια­νική κοι­νό­τη­τα στην πε­ριο­χή. Ο Παύ­λος δια­τή­ρη­σε θερ­μές σχέ­σεις με την Εκ­κλη­σί­α της Κο­ρίν­θου, μά­λι­στα ε­πι­σκέ­φτη­κε άλ­λες δύ­ο φο­ρές την πό­λη.

Κα­τά τον 3ο μ.Χ. αιώ­να, η οι­κο­νο­μι­κή και ε­μπο­ρι­κή ευ­η­με­ρί­α της Κο­ρίν­θου κλονί­στη­κε βα­θύ­τα­τα α­πό την ε­πι­δρο­μή των Ε­ρού­λων, την πρώ­τη με­γά­λη γοτ­θι­κή επι­δρο­μή. Εί­ναι γνω­στό ό­τι με­τά το 267 μ.Χ. ορ­δές Ε­ρού­λων κα­τέ­λα­βαν και κα­τέ­στρε­ψαν τό­σο την Κό­ριν­θο ό­σο και τη Σι­κυώ­να, αλ­λά και ό­λες τις πό­λεις της Πελο­πον­νή­σου.

Τέ­λος, το 346 μ.Χ. κα­τά την ε­πι­δρο­μή του Βη­σι­γότ­θου Α­λά­ρι­χου και των ορ­δών του, η Κό­ριν­θος, ό­πως και ό­λες οι αρ­χαί­ες πό­λεις της ση­με­ρι­νής Κο­ριν­θί­ας, ε­γκατα­λελ­λει­μέ­νες α­πό το νε­ο­σύ­στα­το α­να­το­λι­κό ρω­μα­ϊ­κό κρά­τος, υ­πέ­στη­σαν τις σο­βα­ρό­τε­ρες κα­τα­στρο­φές, λε­η­λα­τή­θη­καν οι­κτρά, ε­νώ πολ­λοί κά­τοι­κοί τους ε­ξαν­δρα­πο­δί­στη­καν. Με­τά την ε­πι­δρο­μή αυ­τή σβή­νει η αί­γλη των αρ­χαί­ων χρό­νων και αρ­χί­ζει ο­ρι­στι­κά η βυ­ζα­ντι­νή πε­ρί­ο­δος.

Related Posts

admin
October 30, 2020
Κάθε καλοκαίρι διοργανώνονται μια σειρά από εκδηλώσεις για τους πολίτες και τουςεπισκέπτες του ...
admin
May 27, 2020
Κάθε καλοκαίρι διοργανώνονται μια σειρά από εκδηλώσεις για τους πολίτες και τουςεπισκέπτες του ...
admin
May 27, 2020