Η ε­ξαι­ρε­τι­κής στρα­τη­γι­κής ση­μα­σί­ας θέ­ση του νομού Κο­ριν­θί­ας α­πε­τέ­λε­σε και κα­τά τη βυ­ζα­ντι­νή πε­ρί­ο­δο το λό­γο για τον οποί­ο η πε­ριο­χή έ­γι­νε ση­μεί­ο τρι­βών, προ­στρι­βών και α­ντεκ­δι­κή­σε­ων με­τα­ξύ Βυ­ζα­ντι­νών, Φρά­γκων και Τούρ­κων.

Ο Βυζαντινός αυ­το­κρά­το­ρας Ιου­στι­νια­νός, ο­χυ­ρώ­νει την πό­λη της Κο­ρίν­θου, την οποία ορίζει ως έ­δρα του Βυ­ζα­ντι­νού θέ­μα­τος της Πε­λο­ποννή­σου.

Κα­τά το τέ­λος της πρώ­της χι­λιε­τη­ρί­δας μ.Χ., η Κό­ριν­θος γνώ­ρι­σε με­γά­λη βιοτε­χνι­κή ακ­μή, γε­γο­νός που της α­πέ­φε­ρε με­γά­λο πλού­το, ο ο­ποί­ος έ­γι­νε η α­φορ­μή για τη λε­η­λα­σί­α της α­πό τους Νορ­μαν­δούς, κα­τά το έ­τος 1146.

Το 1190 τα κο­ριν­θια­κά πα­ρά­λια ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­πι­κίν­δυ­να λό­γω πει­ρα­τεί­ας. Την ε­πο­χή αυ­τή, ο αυ­το­κρά­το­ρας Α­λέ­ξιος Γ΄ Άγ­γε­λος α­νέ­θε­σε στον άρ­χο­ντα του Ναυ­πλί­ου Θε­ό­δω­ρο Σγου­ρό, να ναυ­πη­γή­σει στό­λο κα­τά των πει­ρα­τών. Ο Λέ­ων Σγου­ρός, που δια­δέ­χτη­κε το Θε­ό­δω­ρο στην αρ­χο­ντί­α, με­γά­λω­σε την κυ­ριαρ­χί­α του κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας το Άρ­γος, την Κό­ριν­θο, πε­ριο­χή των Α­θη­νών κι έ­φτα­σε μέ­χρι τη Λά­ρι­σα. Μετά από σύγκρουση με τους Φράγκους και δια­δο­χι­κές υ­πο­χω­ρή­σεις ο­χυ­ρώ­θη­κε, τε­λι­κά, στον Α­κρο­κό­ριν­θο. Η πο­λιορ­κί­α του κά­στρου δι­ήρ­κε­σε τέσ­σε­ρα χρό­νια, εν τω με­ταξύ ο Λέ­ων Σγου­ρός πέ­θα­νε (1208) -κα­τά μί­α πη­γή κα­τα­κρι­μνη­σθείς α­πό των τει­χών του Α­κρο­κο­ρίν­θου- και τον δια­δέ­χθη­κε ο Μι­χα­ήλ Άγ­γε­λος της Η­πεί­ρου. Τε­λικώς, το κά­στρο πα­ρα­δό­θη­κε το 1209 ή τις αρ­χές του 1210. Με­τά α­πό αυ­τή την ε­ξέ­λι­ξη, η Κο­ριν­θί­α πέ­ρα­σε και τυ­πι­κά στην Φρα­γκι­κή κα­το­χή και υ­πή­χθη στο πρι­γκη­πάτο της Α­χα­ΐ­ας.

Το 1289 πρί­γκη­πας της Α­χα­ΐ­ας έ­γι­νε ο Φλα­μαν­δός Φλο­ράν­ς ντ’ Α­βέ­σν-Αι­νώ. Ε­κείνη την ε­πο­χή, οι συ­γκρού­σεις με­τα­ξύ Φρά­γκων και Βυ­ζα­ντι­νών συ­νε­χί­ζο­νταν α­δια­λεί­πτως, τε­λι­κώς, ό­μως, δό­θη­κε λύ­ση χά­ρη στη δι­πλω­μα­τι­κό­τη­τα του Φλωρε­ντί­ου κι έ­τσι πολ­λοί Βυ­ζα­ντι­νοί ε­γκα­τα­στά­θη­καν στην Κο­ριν­θί­α. Δυ­στυχώς, ό­μως, η ει­ρη­νι­κή συμ­βί­ω­ση Φρά­γκων και Βυ­ζα­ντι­νών δι­ήρ­κε­σε λί­γο και οι ε­χθρο­πρα­ξί­ες ξα­νάρ­χι­σαν.

Α­πό το 1290 έ­ως το 1358, ο­πό­τε α­νέ­λα­βε την κα­στελ­λα­νί­α της Κο­ρίν­θου ο Νι­κό­λα­ος Ατζια­ϊ­ουό­λι με δαπάνη του οποίου ε­πι­σκευά­στη­κε ο Α­κροκό­ριν­θος, α­παλ­λά­χτη­καν οι Κο­ρίν­θιοι α­πό χρη­μα­τι­κές ο­φει­λές προς το βα­σιλι­κό τα­μεί­ο, αλ­λά και α­πό τις φε­ου­δα­λι­κές υ­πο­χρε­ώ­σεις τους, πλην ε­κεί­νων που κα­τοι­κού­σαν στα σύ­νο­ρα της Κο­ριν­θί­ας. Τέ­λος, μαρ­τυ­ρεί­ται ό­τι μέ­χρι το 1358 η Κό­ριν­θος ή­ταν έ­δρα του Λα­τί­νου αρ­χιε­πι­σκό­που, ε­νώ άλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες της ε­πο­χής μι­λούν για την τέ­λε­ση ιπ­πι­κών α­γώ­νων στο χώ­ρο της αρ­χαί­ας Ι­σθμί­ας, στους ο­ποί­ους ε­λάμ­βα­ναν μέ­ρος πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό 1000 ιπ­πό­τες και βα­ρώ­νοι.

Με­τά το θά­να­το του Α­τζια­ϊ­ουό­λι η Κο­ριν­θί­α πέ­ρα­σε στην κυ­ριαρ­χί­α του θε­τού του γιου, Νέ­ριου, ο ο­ποί­ος α­πέ­βη βι­κά­ριος (ε­πί­τρο­πος) της Κο­ρίν­θου και των Βα­σι­λι­κών (Αρ­χαί­α Σι­κυών). Η διοί­κη­σή του πε­ριε­λάμ­βα­νε τα κο­ριν­θια­κά παρά­λια έ­ως και τον Ι­σθμό. Κα­τά το έ­τος 1367, έ­γι­νε κυ­ρί­αρ­χος και στην κα­στελ­λανί­α της Κο­ρίν­θου α­πο­σπώ­ντας την -ως α­ντί­τι­μο λό­γω α­νε­ξό­φλη­του δα­νεί­ου- από τον Άγ­γε­λο, πραγ­μα­τι­κό γιο του Νι­κο­λά­ου. Κα­τά την ε­πο­χή αυ­τή, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν πλεί­στοι ε­ποι­κι­σμοί Αλ­βα­νών στην πε­ριο­χή της Κο­ριν­θί­ας, σύμ­φωνα με την ε­πι­θυ­μί­α του Νέ­ριου.

Το 1394 ο Νέ­ριος πέ­θα­νε και με τη δια­θή­κη ά­φη­νε τα κά­στρα των Βα­σι­λι­κών (Αρ­χαία Σι­κυών) και της Κο­ρίν­θου στην κό­ρη του Φρα­ντσέ­σκα, σύ­ζυ­γο του Κα­ρό­λου Τόκκου, πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι τα εί­χε υ­πο­σχε­θεί στο σύ­ζυ­γο της δεύ­τε­ρης κό­ρης του, Θε­ό­δω­ρο Πα­λαιο­λό­γο. Ο τε­λευ­ταί­ος, μη α­πο­δε­χθείς τη δια­θή­κη, κα­τέ­λα­βε με ι­σχυ­ρό στρα­τό τα φρού­ρια της βα­ρω­νεί­ας της Κο­ρίν­θου, πλην του Α­κρο­κορίν­θου, του ο­ποί­ου το φρού­ριο κα­τεί­χαν οι ε­κτε­λε­στές της δια­θή­κης. Ο Τόκ­κος κα­τά­φε­ρε με δό­λιο τρό­πο να α­πο­κτή­σει την κυ­ριαρ­χί­α του Α­κρο­κο­ρίν­θου, ο Θε­ό­δω­ρος τό­τε ε­πι­τέ­θη­κε ξα­νά και πι­θα­νόν η δια­μά­χη να συ­νε­χι­ζό­ταν, ε­άν η τουρ­κι­κή α­πει­λή δεν τους α­νά­γκα­ζε να συμ­βι­βα­στούν. Έ­τσι, το 1395 ο Α­κρο­κό­ριν­θος πε­ρι­ήλ­θε στην κυ­ριό­τη­τα του Θε­ό­δω­ρου.

Το 1400, ο Θε­ό­δω­ρος Πα­λαιο­λό­γος, α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νος ό­τι οι δυ­νά­μεις του δεν ήταν δυ­να­τόν να α­να­χαι­τί­σουν την τουρ­κι­κή προ­έ­λα­ση, πού­λη­σε -θε­ω­ρώ­ντας ό­τι έ­τσι προ­στά­τευε- την Κό­ριν­θο μα­ζί με άλ­λες πε­ριο­χές στους Ιω­αν­νί­τες, ιπ­πό­τες της Ρό­δου. Η σθε­να­ρή α­ντί­στα­ση, ό­μως, των κα­τοί­κων στην κυ­ριαρ­χί­α των ιπ­πο­τών, α­νά­γκα­σε τον Θε­ό­δω­ρο να α­κυ­ρώ­σει την πώ­λη­ση, το 1404.

Την ί­δια ε­πο­χή συ­στή­νε­ται το δε­σπο­τά­το του Μυ­στρά, με άρ­χο­ντα τον Θε­ό­δωρο Α΄ Πα­λαιό­λο­γο και η Κο­ριν­θί­α α­νή­κει πλέ­ον σ’ αυ­τό. Το 1407, ο Θε­ό­δω­ρος πε­θαί­νει και ο τό­τε αυ­το­κρά­το­ρας του Βυ­ζα­ντί­ου Μα­νου­ήλ Β΄ Πα­λαιο­λό­γος κα­θιστά δε­σπό­τη τον α­νή­λι­κο γιο του, Θε­ό­δω­ρο Β΄. Τον νε­α­ρό δε­σπό­τη συ­νο­δεύ­ει ο Με­γα­δού­κας Μα­νου­ήλ Φρα­γκό­που­λος, ο ο­ποί­ος α­πο­βι­βά­ζε­ται, το Μάρ­τιο του 1415, στις Κε­χρε­ές και δια­τάσ­σει την α­νέ­γερ­ση του Ε­ξα­μί­λιου τεί­χους. Οι ερ­γα­σίες δι­ήρ­κε­σαν 25 μέ­ρες, ε­νώ για τη συ­ντή­ρη­σή του δια­τά­ζει φό­ρο το “Φλω­ριάτι­κον”. Το τεί­χος κα­τα­στρά­φη­κε με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1423, α­πό τους Τούρκους, κα­τά την ε­πι­δρο­μή του Του­ρα­χάν στην Πε­λο­πόν­νη­σο.

Α­πό το 1427 έ­ως το 1430, μέ­σα α­πό διά­φο­ρες συ­γκρού­σεις με τους τε­λευ­ταί­ους Φρά­γκους της Πε­λο­πον­νή­σου, αλ­λά και τον κίν­δυ­νο της τουρ­κι­κής ει­σβο­λής ή ε­πιδρο­μής, το δε­σπο­τά­το του Μυ­στρά βρί­σκε­ται με τρεις άρ­χο­ντες, τους α­δελ­φούς Θε­ό­δω­ρον Β΄, Κων­στα­ντί­νο και Θω­μά Πα­λαιο­λό­γο. Το 1443 ο Θε­ό­δω­ρος α­πο­χω­ρεί και στη μοι­ρα­σιά με­τα­ξύ Κων­στα­ντί­νου και Θω­μά, η Κο­ριν­θί­α πε­ριέρ­χεται στη δε­σπο­τεί­α του πρώ­του.

Ο Κων­στα­ντί­νος Πα­λαιο­λό­γος, διο­ρα­τι­κός και δρα­στή­ριος ό­πως ή­ταν, φρό­ντισε α­μέ­σως να ε­πι­σκευά­σει τα μι­σο­κα­τε­στραμ­μέ­να τεί­χη του Ι­σθμού (1444) και εν συ­νε­χεί­α ε­ξε­στρά­τευ­σε προς τη Στε­ρε­ά Ελ­λά­δα, πε­τυ­χαί­νο­ντας α­πα­νω­τές νίκες, πράγ­μα που α­νη­σύ­χη­σε τους Τούρ­κους και το σουλ­τά­νο, Μου­ράτ το Β΄. Έ­τσι, το φθι­νό­πω­ρο του 1446, ο Μου­ράτ έ­φτα­σε στα Με­γά­λα Δερ­βέ­νια των Γε­ρα­νεί­ων, με 60.000 στρα­τό, έ­τοι­μος να χτυ­πη­θεί με τον Κων­στα­ντί­νο, που εί­χε ο­χυ­ρω­θεί πί­σω α­πό τον κα­λο­τει­χι­σμέ­νο Ι­σθμό. Πα­ρά τη σθε­να­ρή και η­ρω­ι­κή α­ντί­στα­ση του Κων­στα­ντί­νου, ο Μου­ράτ κα­τά­φε­ρε, στις 7 Δε­κεμ­βρί­ου, να κα­τα­στρέ­ψει τα τεί­χη του Ι­σθμού και να προ­ε­λά­σει στην Κο­ριν­θί­α, κα­τα­στρέ­φο­ντας και λε­η­λα­τώ­ντας την Κό­ριν­θο και τη Σι­κυώ­να, ε­νώ οι γε­νί­τσα­ροι προ­έ­βαι­ναν σε σφα­γή του πλη­θυ­σμού. Ο Πα­λαιο­λό­γος, μα­ζί με τον α­δελ­φό του Θω­μά, ί­σα που πρό­λα­βαν να δια­φύ­γουν στη Σο­λυ­γεί­α, για να σω­θούν. Ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά, που η Κο­ριν­θί­α ερ­χό­ταν α­ντι­μέ­τω­πη με το τουρ­κι­κό για­τα­γά­νι. Τε­λι­κώς, τον ί­διο χει­μώ­να ο Μου­ράτ έ­κλει­σε ει­ρή­νη με τον Κων­στα­ντί­νο, α­φού τον υ­πο­χρέω­σε να πλη­ρώ­νει φό­ρους και ε­γκα­τέ­λει­ψε την Πε­λο­πόν­νη­σο κα­τα­στρέ­φο­ντας το Ε­ξα­μί­λιο τεί­χος.

Με­τά το θά­να­το του Ιω­άν­νη Η΄ Πα­λαιο­λό­γου, ο Κων­στα­ντί­νος τον δια­δέ­χθη­κε στην αυ­το­κρα­το­ρί­α, ως Κων­στα­ντί­νος ΙΑ΄ Πα­λαιο­λό­γος και η Κο­ριν­θί­α πε­ρι­ήλθε, πλέ­ον, στη δε­σπο­τεί­α του α­δελ­φού του, Δη­μη­τρί­ου. Το 1452, σε δεύ­τε­ρη προ­έλα­ση των Τούρ­κων στην Πε­λο­πόν­νη­σο, υ­πό τον Του­ρα­χάν και τους γιους του Αχ­μέτ και Α­μάρ και κα­τά την ε­πι­στρο­φή τους προς τον Ι­σθμό, ο φρού­ραρ­χος του Ακρο­κο­ρίν­θου Ματ­θαί­ος Α­σά­νης πα­ρέ­τα­ξε στρα­τεύ­μα­τα στα Δερ­βε­νά­κια και πέτυ­χε με­γά­λη νί­κη, αιχ­μα­λω­τί­ζο­ντας, μά­λι­στα, τον γιο του Του­ρα­χάν, Αχ­μέτ. Το Μά­ιο του 1453, ό­μως, η Βα­σι­λεύ­ου­σα έ­πε­σε στα χέ­ρια του Μω­ά­μεθ Β΄ του Πορ­θη­τή.

Στις 15 Μα­ΐ­ου του 1458, ο Μω­ά­μεθ ο Β΄ με πρό­φα­ση τη μη έ­γκαι­ρη πλη­ρω­μή φό­ρων α­πό το Θω­μά Πα­λαιο­λό­γο, ει­σέ­βαλ­λε στην Πε­λο­πόν­νη­σο και πο­λιόρ­κη­σε την Κό­ρινθο. Με έκ­πλη­ξη, δια­πί­στω­σε πως δεν εί­ναι εύ­κο­λη η κα­τά­λη­ψη του κά­στρου του Α­κρο­κο­ρίν­θου και α­φή­νο­ντας στο πό­δι του τον Μαχ­μούτ Πα­σά προ­χώ­ρη­σε στο εσω­τε­ρι­κό του Μο­ριά. Α­ξιο­μνη­μό­νευ­τη εί­ναι η α­ντί­στα­ση που συ­νά­ντη­σε στον Ταρ­σό του Φε­νε­ού, αλ­λά και στο ο­χυ­ρό του Πο­λυ­φεγ­γί­ου της Νε­μέ­ας. Το κα­λο­καί­ρι του ι­δί­ου έ­τους, ε­πέ­στρε­ψε στον Α­κρο­κό­ριν­θο, ό­που η πο­λιορ­κί­α συ­νε­χιζό­ταν. Ο Μω­ά­μεθ, δια­πι­στώ­νο­ντας ό­τι δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­βά­λει με τα ό­πλα τους ε­γκλεί­στους, ά­φη­σε το λι­μό και την έλ­λει­ψη τρο­φών να του “πα­ρα­δώ­σουν” το φρού­ριο. Έ­τσι, ο φρού­ραρ­χος Α­σά­νης συν­θη­κο­λό­γη­σε την πα­ρά­δο­σή του, την 6η Αυ­γού­στου 1458. Έκτο­τε, η Κο­ριν­θί­α, ό­πως και ό­λη η Πε­λο­πόν­νη­σος, πε­ρι­ήλ­θε σε τουρ­κι­κή κα­το­χή.

Πα­ρό­λα αυ­τά, οι Βε­νε­τοί που πά­ντα έ­βλε­παν με κα­λό μά­τι την κα­το­χή του Μο­ριά, βρί­σκο­νταν σε διαρ­κή δια­μά­χη με τους Τούρ­κους -πα­ρά τις διαρ­κείς υ­πο­γρα­φές ει­ρή­νης. Στα πλαί­σια αυ­τών των διε­νέ­ξε­ων, τον Αύ­γου­στο του 1463 Ε­νε­τοί, Έλλη­νες και Αλ­βα­νοί κα­τέ­λα­βαν τον Ά­γιο Βα­σί­λειο, ε­νώ ο Ε­νε­τι­κός στό­λος κατέ­πλε­ε στις Κε­χρε­ές και στη συ­νέ­χεια ο­χύ­ρω­σαν τον Ι­σθμό, με σκο­πό να α­ποκλεί­σουν τους Τούρ­κους της Κο­ρίν­θου, α­πό πι­θα­νή βο­ή­θεια. Στις 20 Ο­κτω­βρί­ου δό­θη­κε μά­χη κά­τω α­πό τον Α­κρο­κό­ριν­θο, αλ­λά λί­γες μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, φο­βού­μενοι τα ι­σχυ­ρά τουρ­κι­κά στρα­τεύ­μα­τα, που κα­τευ­θύ­νο­νταν ε­να­ντί­ον τους, έ­λυσαν την πο­λιορ­κί­α και α­πο­σύρ­θη­καν στο Ναύ­πλιο. Το Δε­κέμ­βριο του 1481, ο Μέ­ξας Μπου­ζί­κης ει­σέ­βαλ­λε στην Κό­ριν­θο, έ­σφα­ξε τον βο­ε­βό­δα και α­πο­κό­μι­σε λά­φυρα.

Στις 7 Αυ­γού­στου του 1687, ο Ε­νε­τός αρ­χι­στρά­τη­γος Μο­ρο­ζί­νης κα­τέ­λα­βε την Κόριν­θο μι­σο­κα­τε­στραμ­μέ­νη, ε­νώ το κα­λο­καί­ρι του 1692 οι Τούρ­κοι προ­ή­λα­σαν στον Ι­σθμό και κα­τέ­κα­ψαν την πό­λη και πο­λιόρ­κη­σαν χω­ρίς ε­πι­τυ­χί­α τον Α­κρο­κόριν­θο. Τε­λι­κώς, με­τά και τον τρί­το Βε­νε­το­τουρ­κι­κό πό­λε­μο με τη συν­θή­κη του Κάρ­λοτ­ς (1699), η Πε­λο­πόν­νη­σος α­πο­δό­θη­κε στους Βε­νε­τούς κι έ­τσι και στην Κο­ρινθί­α, ό­πως και σε ό­λο το Μο­ριά, άρ­χι­σε η δεύ­τε­ρη Ε­νε­το­κρα­τί­α, που κρά­τη­σε μέ­χρι το 1715, ό­ταν στις 10 Ιου­νί­ου ο Σε­ρα­σκέ­ρης Με­γά­λος Βε­ζύ­ρης στρα­το­πέδευ­σε, με πλή­θος στρα­τού, στο Σο­λύ­γειο λό­φο και πο­λιόρ­κη­σε τον Α­κρο­κό­ρινθο. Το κά­στρο πα­ρα­δό­θη­κε πο­λύ γρή­γο­ρα, με συν­θη­κο­λό­γη­ση την 20η Ιου­λί­ου κι έ­κτο­τε η Κο­ριν­θί­α πε­ρι­ήλ­θε και πά­λι στα χέ­ρια των Τούρ­κων.

Related Posts

admin
October 30, 2020
Κάθε καλοκαίρι διοργανώνονται μια σειρά από εκδηλώσεις για τους πολίτες και τουςεπισκέπτες του ...
admin
May 27, 2020
Κάθε καλοκαίρι διοργανώνονται μια σειρά από εκδηλώσεις για τους πολίτες και τουςεπισκέπτες του ...
admin
May 27, 2020