Η  Κό­ριν­θος, ο Ι­σθμός, η Σι­κυώ­να, η Νε­μέ­α, η Στυμ­φα­λί­α, ο Φε­νε­ός, η Ευ­ρω­στί­νη κρα­τούν, κά­τω α­πό την αρ­χαί­α γη τους, μύ­θους και πα­ρα­δό­σεις, που μοιά­ζουν με αρ­χαί­ες ρί­ζες, με πλο­κά­μια αιώ­νιου δέντρου, που δένουν το πα­ρόν με το πα­ρελ­θόν και δια­γρά­φουν το μέλ­λον.

Στην πρώ­ι­μη  αρ­χαιό­τη­τα ο­νο­μα­ζό­ταν Ε­φύ­ρα, πρω­το­κα­τοι­κή­θη­κε α­πό το Σί­συ­φο, ο ο­ποί­ος κα­τα­γρά­φε­ται στη μυθο­λο­γί­α μας ως ο μο­να­δι­κός άν­θρω­πος που κατάφε­ρε δύ­ο φο­ρές να ξε­γελά­σει το θά­να­το. Γι’ αυ­τή του την ύ­βρη, τι­μω­ρή­θη­κε στον Ά­δη να κυ­λά διαρ­κώς μί­α πέ­τρα προς την κο­ρυ­φή ε­νός λό­φου, που έ­μοια­ζε με τον Α­κρο­κό­ριν­θο, μα πά­ντα λί­γο πριν φτά­σει στην κο­ρυ­φή, ο βρά­χος να φεύ­γει α­πό τα χέ­ρια του και να κα­τα­λή­γει πά­λι στους πρό­πο­δες. Ο μύ­θος θέ­λει το Σί­συ­φο να λύ­νει, τρό­πον τι­νά, το πρό­βλη­μα λει­ψυ­δρί­ας της πε­ριο­χής της Κο­ρίν­θου χά­ρη σε μί­α συμ­φω­νί­α που συ­νή­ψε με τον πο­τα­μό Α­σω­πό. Ο πονη­ρός βα­σι­λιάς της Εφύ­ρας α­πο­κά­λυ­ψε στον πο­τά­μιο θε­ό τον κλέ­φτη της κό­ρης του Αί­γι­νας, που δεν ή­ταν άλ­λος α­πό το Δί­α, και ως α­ντάλ­λαγ­μα πή­ρε μια πη­γή πά­νω στο βρά­χο του Ακρο­κο­ρίν­θου.

Εγ­γο­νός του Σί­συ­φου εί­ναι ο πε­ρί­φη­μος Βελ­λε­ρε­φό­ντης, ο ο­ποί­ος κατά­φε­ρε να δα­μά­σει το φτε­ρω­τό ά­λο­γο Πή­γα­σο και να σκο­τώ­σει με τη βο­ή­θεια των θε­ών τη Χί­μαι­ρα, το αλ­λό­κο­το πλά­σμα με κε­φά­λι λιο­ντα­ριού, κορ­μί κα­τσίκας και ου­ρά φι­διού. Ο Βελ­λε­ρο­φό­ντης, ό­μως, τι­μω­ρήθηκε α­πό τους θε­ούς με τρα­γι­κό θά­να­το ό­ταν, φτά­νο­ντας στην ύ­βρη, ό­πως α­κρι­βώς ο πα­ππούς του, θέλη­σε με τον Πή­γα­σο ν’ α­νέ­βει στον  Ό­λυ­μπο και να συμ­βιώ­σει με τους θε­ούς.

Στην Κό­ριν­θο, σύμ­φω­να πά­ντα με τους μύ­θους, έ­φτα­σε κυ­νη­γη­μέ­νο το βα­σι­λικό ζευ­γά­ρι Ιάσων και Μή­δεια, ε­κεί λέ­ει η μί­α εκ­δο­χή του μύ­θου, συ­ντε­λέ­στη­κε το στυ­γε­ρό έ­γκλη­μα της παι­δο­κτο­νί­ας α­πό την πρι­γκί­πισ­σα της Κολ­χί­δας. Δη­λα­δή, ό­ταν ο Ιά­σων με προ­τρο­πή του βα­σι­λιά της Κο­ρίν­θου Κρέ­ο­ντα, α­πο­φά­σι­σε να πα­ντρευ­τεί την κό­ρη του Γλαύ­κη, η α­πα­τη­μέ­νη και προδομέ­νη Μή­δεια, εκ­δι­κού­με­νη τον άν­δρα της, έ­σφα­ξε τα δύ­ο α­νή­λι­κα παιδιά της με τα ί­δια της τα χέ­ρια.  Κατόπιν, η παιδοκτόνος, κατέφυγε στο Ηραίο της Περαχώρας για να κρυφτεί.

Στην Κό­ριν­θο, ε­πί­σης, κυ­νη­γη­μέ­νος κα­τά μί­α έν­νοια κι α­πό την ί­δια του την τρα­γι­κή μοί­ρα έ­φτα­σε μω­ρό α­κό­μη ο Οι­δί­πο­δας, ο ο­ποί­ος υ­ιο­θε­τή­θη­κε α­πό τη βα­σι­λι­κή οι­κο­γέ­νεια της πό­λης και α­να­τρά­φη­κε ως βα­σι­λό­που­λο στην Τε­νέ­α. Με­γα­λώ­νο­ντας ο Οι­δί­πο­δας, προ­κει­μέ­νου να δια­σκε­δά­σει τις αμ­φι­βολί­ες του για το αν εί­ναι πραγ­μα­τι­κός γό­νος του Πο­λύ­βου και της Με­ρό­πης, ζήτη­σε χρη­σμό α­πό το μα­ντεί­ο των Δελ­φών. Η Πυ­θί­α του ε­πε­σή­μα­νε ό­τι μί­α μέ­ρα θα σκο­τώ­σει τον πα­τέ­ρα του και θα πα­ντρευ­τεί τη μη­τέ­ρα του, χω­ρίς να του α­πο­κα­λύ­ψει την α­λή­θεια για την κα­τα­γω­γή του. Πι­κρα­μέ­νος ε­κείνος  α­πο­φά­σι­σε να μη γυ­ρί­σει στην Κό­ριν­θο, να πο­ρευ­τεί προς τη Θή­βα, ό­που και συ­νά­ντη­σε τον α­λη­θι­νό του πα­τέ­ρα Λά­ιο, τον ο­ποί­ο σκό­τω­σε, ε­νώ στην εί­σο­δο της πό­λης έ­λυ­σε το πε­ρί­φη­μο αί­νιγ­μα της Σφίγ­γας και πα­ντρεύ­τη­κε τη μη­τέρα του Ιο­κά­στη.

Σύμ­φω­να με το μύ­θο, το ό­νο­μά της η πό­λη της Κο­ρίν­θου,  το ο­φεί­λει στον ο­μώ­νυμο ή­ρω­α Κό­ριν­θο, ο ο­ποί­ος ή­ταν γιος του Μα­ρα­θώ­να και μα­κρι­νός α­πόγο­νος του θε­ού Ερ­μή.

Η  Τε­νέ­α, οι­κί­στη­κε σύμ­φω­να με το μύ­θο α­πό Τε­νέ­διους που με­τέ­φε­ρε με τη βί­α, ο Α­γα­μέ­μνων α­πό την Τέ­νε­δο, έ­τσι άλ­λω­στε δι­καιολο­γεί­ται η ο­νο­μα­το­λο­γι­κή συγ­γέ­νεια των δύ­ο πε­ριο­χών, αλ­λά και οι ο­μοιό­τητές τους στη λα­τρεί­α του Α­πόλ­λω­να.

Ο Ι­σθμός, το στε­νό κομ­μά­τι γης, που ε­νώ­νει την Πε­λο­πόν­νη­σο με τη Στε­ρε­ά Ελ­λά­δα, α­ποτέλε­σε ση­μεί­ο τρι­βής μα­ζί με την Κό­ριν­θο, με­τα­ξύ του Πο­σει­δώ­να και του Ή­λιου. Οι υ­πό­λοι­ποι θε­οί που έ­κρι­ναν τη δια­μάχη α­πο­φά­σι­σαν  ο Ή­λιος να κρα­τή­σει την πε­ριο­χή της Κο­ρίν­θου, ε­νώ ο Πο­σει­δώνας να κυ­ριαρ­χή­σει στην πε­ριο­χή του Ι­σθμού. Ε­κεί, σύμ­φω­να με το μύ­θο, η θάλασ­σα ξέ­βρα­σε το πτώ­μα του Με­λι­κέρ­τη στην πλά­τη ε­νός δελ­φι­νιού. Ο Με­λι­κέρ­της, γιος της Ι­νούς, της μη­τριάς του Φρί­ξου και της Έλ­λης, από τον Ορ­χο­με­νό της Βοιω­τί­ας, πνί­γη­κε στα νε­ρά του Αι­γαί­ου, ό­ταν η μη­τέ­ρα του αλ­λό­φρων έ­πε­σε στη θά­λασ­σα κρα­τώ­ντας τον στην αγκα­λιά της. Οι κάτοι­κοι της πε­ριο­χής συ­νέ­λε­ξαν το πτώ­μα του ά­τυ­χου παι­διού,  τον ο­νό­μα­σαν Πα­λαί­μο­να και τον λά­τρε­ψαν σαν θε­ό­τη­τα, κα­θιε­ρώ­ντας α­γώ­νες προς τι­μήν του, τα πε­ρί­φη­μα Ί­σθμια.

Η Σι­κυώ­να, δια­θέ­τει μί­α α­πό τις πλου­σιό­τε­ρες μυ­θο­λο­γι­κές πα­ρα­δόσεις στη χώ­ρα  μας. Απαντά­ται για πρώ­τη φο­ρά στην ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λογί­α με το ό­νο­μα Μυ­κώ­νη. Σ’ αυ­τή την πε­ριο­χή, λοι­πόν, λέ­γε­ται ό­τι συγκε­ντρώ­θη­καν οι θε­οί και οι άν­θρω­ποι με­τά την Τι­τα­νο­μα­χί­α, προ­κειμένου να χω­ρί­σουν τα α­γα­θά του κό­σμου. Κρι­τής ή­ταν ο Τι­τά­νας Προ­μη­θέ­ας. Ο Προ­μη­θέ­ας, ά­κρως φι­λάν­θρω­πος και προ­νο­η­τι­κός, κα­τά­φε­ρε να ξε­γε­λά­σει τους θε­ούς, να τους α­να­γκά­σει να α­πο­δε­χτούν τα κόκ­κα­λα και ό­χι τα κρέ­α­τα των σφα­γεί­ων ως θυ­σί­α στους βω­μούς τους, αλλά και να κλέ­ψει το ου­ρά­νιο πυρ για χα­τί­ρι των αν­θρώ­πων. Γι’ αυ­τή του την πρά­ξη τι­μω­ρήθηκε α­πό τους Ο­λύ­μπιους να μέ­νει για πά­ντα α­λυσ­σο­δε­μέ­νος στο ό­ρος Καύ­κα­σος, ό­που ο α­ϊ­τός του Δί­α κά­θε πρω­ί κα­τα­σπά­ρα­ζε το συ­κώ­τι του, το ο­ποί­ο, ό­μως, ξα­να­γεννιό­ταν τη νύ­χτα, με α­πο­τέ­λε­σμα το μαρ­τύ­ριό του να συ­νε­χί­ζε­ται ε­σα­εί.

Κα­τό­πιν, οι άν­θρω­ποι ο­νό­μα­σαν την πε­ριο­χή τους Αι­για­λεί­α, δη­λα­δή “η πα­ρά­λια”. Ε­δώ έ­φτασαν κυ­νη­γη­μέ­νοι ο Α­πόλ­λων και Άρ­τε­μις μετά την Πυ­θο­κτο­νί­α στους Δελ­φούς, ζη­τώ­ντας εξαγνι­σμό. Ε­πει­δή, ό­μως, κα­νείς δεν μπο­ρού­σε να  τους ε­ξα­γνί­σει, έ­φυ­γαν ζη­τώ­ντας λύ­τρω­ση στο νη­σί  της Κρή­της.

Τέ­λος, η πό­λη ο­νο­μά­στη­κε Σι­κυώ­να, α­πό τον ο­μώ­νυ­μο ή­ρω­α, γιο του Μαρα­θώ­να και α­δελ­φό του Κό­ριν­θου, που α­να­φέ­ρα­με νω­ρί­τε­ρα.

Λί­γο νο­τιό­τε­ρα α­πό τη Σι­κυώ­να, στις ό­χθες του Α­σω­πού πο­τα­μού, υ­πάρ­χει η ακρό­πο­λη της Τιτά­νης, η ο­ποί­α, σύμ­φω­να με τη μυ­θο­λο­γί­α, ή­ταν η πρώ­τη κα­τοι­κί­α των Τι­τά­νων και ι­διαι­τέ­ρως του θε­ού Ή­λιου. Στην πε­ριοχή αυ­τή έ­φτα­σε κά­πο­τε ο γιος του Α­πόλ­λω­να, ο θε­ός της Ια­τρι­κής, ο Α­σκλη­πιός, ο ο­ποί­ος ί­δρυ­σε ε­κεί Α­σκλη­πιεί­ο, έ­να α­πό τα αρ­χαιό­τε­ρα στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο.

Η Νε­μέ­α, πολ­λα­πλά συν­δε­δε­μέ­νη με μύ­θους και πα­ρα­δό­σεις, έ­γι­νε περισ­σό­τε­ρο γνω­στή α­πό τον πε­ρί­φη­μο ά­θλο του Η­ρα­κλή, την ε­ξό­ντω­ση δη­λα­δή του φο­βε­ρού λιο­ντα­ριού που λυ­μαινόταν την πε­ριο­χή. Το Λιο­ντά­ρι της Νε­μέ­ας ή­ταν έ­να τρο­με­ρό σε δύ­να­μη, ορ­γή και ό­γκο ζώ­ο το ο­ποί­ο ζού­σε σε μί­α σπη­λιά με δύ­ο ε­ξό­δους, στο ό­ρος Τρη­τόν.

Ο η­μί­θε­ος ή­ρω­ας, έ­φρα­ξε τη μία έ­ξο­δο της σπη­λιάς ε­γκλω­βί­ζο­ντας, έ­τσι, το ζώ­ο μέ­σα και κα­τό­πιν το κα­τέ­βαλε χτυ­πώ­ντας το με το ρό­πα­λό του, ε­νώ, τέ­λος, το έ­πνι­ξε με τα χέ­ρια του. Στην Νε­μέ­α ε­ξάλ­λου, στάθ­μευ­σαν κα­τά την διάρ­κεια της εκ­στρα­τεί­ας τους προς τη Θή­βα οι ε­πτά Αρ­γεί­οι στρα­τη­γοί, ζή­τη­σαν -λέ­ει ο μύ­θος- νε­ρό α­πό μια πα­ρα­μάνα, η ο­ποί­α φυ­λού­σε το γιο του βα­σι­λιά της πό­λης, Ο­φέλ­τη.

Η νε­α­ρή γυναί­κα ά­φη­σε το βρέ­φος για να πά­ει να φέ­ρει νε­ρό στους στρα­τη­γούς και τό­τε ένα φί­δι δά­γκω­σε θα­νά­σι­μα το μι­κρό Ο­φέλ­τη. Α­πό τό­τε οι Αρ­γεί­οι τι­μού­σαν με α­γώ­νες νε­κρι­κούς το βρέ­φος, οι ο­ποί­οι ο­νο­μά­στη­καν Νέ­μεια.

Στη γη της Νε­μέ­ας, βα­σί­λε­ψε σύμ­φω­να με το μύ­θο, ο Φλί­ας γιος του θε­ού Διό­νυ­σου, ο ο­ποί­ος ί­δρυ­σε πό­λη που έ­φε­ρε το ό­νο­μά του, τη Φλια­σί­α. Ε­κεί, σύμφω­να με μί­α εκ­δο­χή, καλ­λιερ­γήθη­κε για πρώ­τη φο­ρά η ά­μπε­λος και παρά­χθη­κε οί­νος, ο πε­ριώ­νυ­μος φλιά­σιος οί­νος, το δε κλή­μα θε­ω­ρεί­ται πως ή­ταν δώ­ρο του θε­ού προς το θνη­τό γιο  του.

Βό­ρεια του νε­με­α­τι­κού πε­δί­ου δε­σπό­ζει το ό­ρος του Φω­κά, το ο­ποί­ο κα­τά την αρ­χαιό­τη­τα ονομα­ζό­ταν Α­πε­σάς. Το ό­νο­μά του, σύμ­φω­να με το μύ­θο, το ο­φεί­λει στον Περ­σέ­α, ο ο­ποί­ος πρώτος θυ­σί­α­σε στην κο­ρυ­φή του στον Α­πε­σά­ντιο (αυ­τόν που βρί­σκε­ται μα­κριά) Δί­α, με­τά το πέρας της εκ­στρα­τεί­ας του στα νη­σιά του Ω­κε­α­νού και το φό­νο της Μέ­δου­σας.

Το ό­νο­μά της η Νε­μέ­α  το ο­φεί­λει σε ο­μώ­νυ­μη νύμ­φη, κό­ρη του πο­τα­μού Α­σω­πού.

Η Στυμ­φα­λί­α, έ­χει στε­νά δε­μέ­νη τη μυ­θο­λο­γι­κή της πα­ρά­δο­ση με την ο­μώ­νυ­μη λί­μνη, η οποί­α σχη­μα­τι­ζό­ταν το χει­μώ­να α­πό τις πλημ­μύ­ρες του πο­τα­μού Στύμ­φα­λου. Σ’ αυ­τό το χώ­ρο έ­φτα­σε ο Η­ρα­κλής προ­κει­μέ­νου να εκτε­λέ­σει έ­ναν α­πό τους ά­θλους του, την ε­ξό­ντω­ση των Στυμ­φα­λί­δων όρ­νι­θων οι ο­ποί­ες λυ­μαί­νο­νταν την πε­ριο­χή. Οι Στυμ­φα­λί­δες όρ­νι­θες ή­ταν πουλιά με­γά­λου με­γέ­θους με σι­δε­ρέ­νια νύ­χια οι ο­ποί­ες φώ­λια­ζαν στα νε­ρά του πο­τα­μού κι α­πό κει ε­ξα­πέ­λυαν ε­πι­θέ­σεις κα­τα­στρέ­φο­ντας τις ε­σο­δεί­ες των αν­θρώ­πων και σκο­τώ­νο­ντας ζώ­α και παι­διά. Ο Η­ρα­κλής κα­τά­φε­ρε, χτυπώ­ντας σι­δε­ρέ­νια κρό­τα­λα, να τις α­να­γκά­σει να εμ­φανιστούν κι έ­τσι τις σκό­τω­σε με τα δη­λη­τη­ρια­σμέ­να βέ­λη του.

Τη γη της Στυμ­φα­λί­ας ζώ­νει κι έ­νας άλ­λος θρύ­λος, αυ­τός του τά­φου του βα­σιλιά Αί­πυ­του. Ο Αί­πυ­τος, που σύμ­φω­να με το μύ­θο ή­ταν α­πό τους πρώ­τους οι­κι­στές της πε­ριο­χής, λά­τρης του κυ­νη­γιού, πέ­θα­νε α­πό το δά­γκω­μα του φιδιού Σα­πί­της. Τά­φη­κε, σύμ­φω­να με το μύ­θο, με πολ­λές τι­μές και ά­φθο­να πλού­τη σε μια πε­ριο­χή του Γε­ρο­ντί­ου ό­ρους, η ο­ποί­α α­να­ζη­τά­ται ακό­μη και σή­με­ρα α­πό αρ­χαιο­λό­γους και τυ­χο­διώ­κτες.

Η Στυμ­φα­λί­α το ό­νο­μά της το ο­φεί­λει στον ο­μώ­νυ­μο ή­ρω­α Στύμ­φα­λο ή Στύμφη­λο.

Ο Φε­νε­ός, ή η Φε­νε­ός, κρα­τά κα­λά κρυμ­μέ­νους στα σπλά­χνα της γης της πο­λυ­δαί­δα­λους μύθους, που μπλέ­κουν στα ξό­μπλια τους θε­ούς, η­μί­θε­ους και θνη­τούς. Η εύ­φο­ρη πε­διά­δα του μετα­τρε­πό­ταν α­νέ­κα­θεν σε λί­μνη, το χει­μώ­να, μιας και τα όμ­βρια ύ­δα­τα, που με­τέ­φε­ραν οι ποταμοί Όλ­βιος και Δό­ξας, δεν έ­βρι­σκαν διέ­ξο­δο προς τη θά­λασ­σα. Η πε­διά­δα απο­συμ­φο­ρι­ζό­ταν πά­ντα μέ­σω των κα­τα­βο­θρών, που υ­πάρ­χουν στους πρό­πο­δες του βου­νού Σα­ϊ­τάς. Ο μύ­θος, λοι­πόν, λέ­ει γι’ αυ­τές τις κα­τα­βό­θρες, πως εί­ναι έρ­γα του η­μί­θε­ου Η­ρα­κλή, ο ο­ποί­ος έ­χο­ντας δε­σμούς αί­μα­τος με την πε­ριοχή (η Λα­ο­νό­μη, η προ­μα­μή του ή­ταν Φε­νε­ά­τισ­σα), α­πο­φά­σι­σε να λυ­τρώ­σει α­πό το έλος, που σχη­μα­τι­ζό­ταν και να α­πο­δώ­σει στους κα­τοί­κους της, το εύ­φο­ρο έδαφος. Κα­τα­σκεύ­α­σε λοι­πόν με­γά­λα κα­νά­λια, τα ο­ποί­α α­κό­μη και σή­με­ρα λει­τουρ­γούν ι­κανοποι­η­τι­κά, προ­κει­μέ­νου τα νε­ρά να διο­χε­τεύ­ο­νται στις κα­τα­βό­θρες. Α­πό αυ­τά τα χά­σμα­τα, έ­νας άλ­λος μύ­θος, που ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως ή­ταν εί­σο­δοι για το βα­σί­λειο του Ά­δη, α­να­φέ­ρει ό­τι κατέβη­κε η Δήμη­τρα στον Κά­τω Κό­σμο, α­να­ζη­τώ­ντας την μο­νά­κρι­βη κό­ρη της, την Περ­σε­φό­νη. Σ’ αυ­τό το μύ­θο, ί­σως ο­φεί­λε­ται η λα­τρεί­α της Κι­δα­ρί­ας Δή­μη­τρας στην ευ­ρύτε­ρη πε­ριο­χή, η οποί­α λα­τρεί­α, σύμ­φω­να με τον Παυ­σα­νί­α, έ­μοιαζε με αυ­τή των Ε­λευ­σί­νιων Μυ­στη­ρί­ων.

Τέ­λος, στη Φε­νε­ό, έ­φτα­σε ο Η­ρα­κλής μαι­νό­με­νος, με­τά την αρ­πα­γή του τρί­πο­δα των Δελ­φών, προ­κει­μέ­νου να χτί­σει δι­κό του Μα­ντεί­ο, μιας και η Πυ­θί­α, κατ’ ε­ντο­λή του Φοί­βου, δεν του έ­δι­νε χρη­σμό. Ε­κεί, τον πρό­λα­βε ο Α­πόλ­λων. Θε­ός και ή­ρω­ας πιά­στη­καν στα χέ­ρια, μα έ­νας κε­ραυ­νός α­πό το χέ­ρι του Διός α­πέ­τρεψε την αι­μα­τη­ρή μά­χη με­τα­ξύ των ε­τε­ρο­θα­λών α­δελφών και α­πε­κα­τέ­στη­σε την τά­ξη, α­φού ο Α­πόλ­λων πή­ρε πί­σω τον τρί­πο­δά του και ο Η­ρα­κλής τον επι­θυ­μη­τό χρη­σμό.

Το ό­ρος της Κυλ­λή­νης, έ­χει στε­νά δε­μέ­νη την ι­στο­ρί­α του με το θε­ό Ερ­μή, ο ο­ποί­ος ε­ξάλ­λου λα­τρευό­ταν και στην πε­ριο­χή της Ευ­ρω­στί­νης. Σ’ έ­να σπή­λαιο της Κυλ­λή­νης, λέ­ει ο ο­μηρικός ύ­μνος, που είναι α­φιε­ρω­μέ­νος  στον Αρ­γε­ϊ­φό­ντη, η αρ­χαί­α νύμ­φη, η Μαί­α, έ­φε­ρε στον κόσμο τον καρ­πό του έ­ρω­τά της με τον πα­τέ­ρα των Θε­ών και των Αν­θρώ­πων, το Δί­α. Ο μι­κρός Ερ­μής, το πρώ­το βρά­δυ της γέν­νη­σής του, δρα­πέ­τευ­σε α­πό το λί­κνο του και έ­φτα­σε στη Θεσσα­λί­α, ό­που έ­κλε­ψε τα βό­δια του Α­πόλ­λω­να. Κατό­πιν, φτά­νο­ντας το άλ­λο πρω­ί στην Κυλ­λήνη, θέ­λη­σε να πε­ρι­η­γη­θεί στη γύ­ρω πε­ριο­χή κι έ­τσι έ­φτα­σε στο τρα­πε­ζο­ει­δές ό­ρος που βρίσκε­ται δυ­τι­κό­τε­ρα, πά­νω α­πό την ση­με­ρι­νή πε­ριο­χή της Ευ­ρω­στί­νης. Ε­κεί α­να­κά­λυψε μια χελώ­να. Χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το κα­βού­κι της και τα νεύ­ρα α­πό έ­να βό­δι, έ­φτια­ξε μί­α λύ­ρα, το πρώτο κα­τά το μύ­θο μου­σι­κό όρ­γα­νο που κατα­σκευά­στη­κε στον κό­σμο. Αυ­τή η λύ­ρα του φά­νη­κε χρή­σι­μη αρ­γό­τε­ρα, προ­κειμέ­νου να ε­ξευ­με­νί­σει τον Α­πόλ­λω­να, που έ­φτα­σε ορ­γι­σμέ­νος στην Κυλ­λή­νη, ανα­ζη­τώ­ντας το κο­πά­δι του. Ο νε­α­ρός θε­ός προ­σέ­φε­ρε στον α­δελ­φό του τη λύ­ρα ως α­ντάλ­λαγ­μα για τα βό­δια του και ο Φοί­βος, μα­γε­μέ­νος α­πό την α­να­κά­λυ­ψη της με­λω­δί­ας που πα­ρή­γα­γε, ξέχα­σε το θυ­μό του και έ­φυ­γε ευ­χα­ρι­στη­μένος.

Related Posts

admin
October 30, 2020
Κάθε καλοκαίρι διοργανώνονται μια σειρά από εκδηλώσεις για τους πολίτες και τουςεπισκέπτες του ...
admin
May 27, 2020
Κάθε καλοκαίρι διοργανώνονται μια σειρά από εκδηλώσεις για τους πολίτες και τουςεπισκέπτες του ...
admin
May 27, 2020