• Category ΙΣΤΟΡΙΑ

Λί­γο πριν ξε­σπά­σει ε­πί­ση­μα η ε­πα­νά­στα­ση του ’21, αρ­χές του έ­τους, η οι­κο­γένεια των προ­κρί­των Νο­τα­ρά­δων, που δια­τη­ρού­σε στε­νές σχέ­σεις με τον Τούρ­κο διοι­κη­τή της πό­λε­ως Χου­σε­ΐν Κια­μίλ­μπε­η, α­ντι­δρού­σε έ­ντο­να στην ι­δέ­α της Ε­πα­να­στά­σε­ως. Έ­τσι, ο Σω­τη­ρά­κης Νο­τα­ράς, πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι εί­χε ει­δο­ποι­η­θεί α­πό τον η­γού­με­νο του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου του Φε­νε­ού, Να­θα­να­ήλ, να μην υ­πακού­σει στην πρό­σκλη­ση των Τούρ­κων και να μην πά­ει στην Τρι­πο­λι­τσά, ξε­κινά για την πό­λη, ε­νώ ο Αν­δρί­κος Νο­τα­ράς, α­φού έ­στει­λε ε­πι­στο­λή στον Να­θα­να­ήλ, ό­που τον συμ­βού­λευε να ε­μπο­δί­σει κά­θε εκ­δή­λω­ση ε­πα­να­στά­σε­ως, δέ­χθη­κε να πά­ει ως ό­μη­ρος στον πύρ­γο του Κια­μήλ Μπέ­η.

Εν τω με­τα­ξύ, α­πό την αρ­χή του έ­τους, στο μο­να­στή­ρι του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στο Φε­νε­ό, έ­χει συ­στα­θεί το αρ­χη­γεί­ο της Φι­λι­κής Ε­ται­ρεί­ας, υ­πό τον η­γού­με­νο Να­θα­να­ήλ, με τη συν­δρο­μή των η­γου­μέ­νων της Πα­να­γί­ας του Βρά­χου Νε­μέ­ας Δανι­ήλ Πα­μπού­κη και των Τα­ξιαρ­χών Αμ­βρό­σιο Σι­να­ΐ­τη. Στις συ­σκέ­ψεις, που σκο­πό εί­χαν την ορ­γά­νω­ση της ε­πα­νά­στα­σης, πή­ραν μέ­ρος οι ο­πλαρ­χη­γοί της Κοριν­θί­ας, Γκολ­φί­νος Πε­τι­με­ζάς, Α­να­γνώ­στης Κορ­δής, Χρή­στος Ζα­χο­λί­της, Α­ναγνώ­στης Μπε­λί­τσης, Α­να­γνώ­στης Μπι­σμπί­κης^ οι κλε­φτο­κα­πε­τα­ναί­οι σύ­ντροφοι του Κ. Κο­λο­κο­τρώ­νη, Α­να­γνώ­στης Οι­κο­νο­μό­που­λος, Πα­πα-Γε­ώρ­γιος Νί­κας αρχη­γός της Κα­στα­νιάς, Πα­πα-Θα­νά­σης Πι­τσού­νης αρ­χη­γός της Βό­χας, κα­πε­τάν Γιώρ­γος Δα­νό­που­λος της Νε­μέ­ας, Πα­να­γιω­τά­κης Γε­ρα­ρής της Ζά­χο­λης, ο η­γού­μενος του μο­να­στη­ριού του Προ­φή­τη Η­λί­α, Γερ­μα­νός και άλ­λοι φι­λι­κοί, ό­πως οι Οι­κο­νο­μαί­οι της Γκού­ρας, ο Σα­κελ­λά­ριος α­πό τα Κα­λύ­βια, ο Γε­ωρ­γά­κης Μι­χα­ήλ α­πό τη Σο­λυ­γεί­α.

Στις 14 Μαρ­τί­ου του 1821, στον Ά­γιο Γε­ώρ­γιο της Ζά­χο­λης έ­γι­νε πα­νη­γυ­ρι­κή δο­ξολο­γί­α και υ­ψώ­θη­κε η ση­μαί­α της Ε­πα­νά­στα­σης, με τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σύμ­βο­λα της Φι­λι­κής Ε­ται­ρί­ας. Την ε­πο­μέ­νη, ο Γ. Δα­νό­που­λος, ο­πλαρ­χη­γός της Νε­μέ­ας, σκό­τω­σε στα Δερ­βε­νά­κια τον τά­τα­ρη της Κο­ρίν­θου, ε­νώ, ταυ­τό­χρο­να, ο Γκολ­φίνος Πε­τμε­ζάς σκό­τω­σε στο Λιό­ντι τον ει­σπρά­κτο­ρα του Κια­μίλ­μπε­η. Την ί­δια μέ­ρα, συ­γκε­ντρώ­θη­καν στην Πε­ρα­χώ­ρα οι Φι­λι­κοί πρό­κρι­τοι, στα Δερ­βε­νο­χώρια α­πο­φα­σί­στη­κε η ε­πα­νά­στα­ση και η συ­γκέ­ντρω­ση ο­πλο­φό­ρων στα Με­γά­λα Δερβέ­νια των Γε­ρα­νεί­ων. Εν τω με­τα­ξύ, στην ο­ρει­νή Κο­ριν­θί­α (Φε­νε­ό και Ζά­χο­λη) ε­πι­κρα­τού­σε α­να­βρα­σμός και τα ε­πα­να­στα­τι­κά ε­πει­σό­δια πύ­κνω­ναν.

Οι Κο­ρίν­θιοι ζή­τη­σαν, τό­τε, α­πό τους Κα­λα­βρυ­τι­νούς α­γω­νι­στές να στεί­λουν αρ­χη­γό, α­φού ο Πα­νού­τσος Νο­τα­ράς εί­χε αρ­νη­θεί να η­γη­θεί της Ε­πα­νά­στα­σης. Έ­τσι, στην Κο­ριν­θί­α κα­τέ­φθα­σαν οι Πε­τμε­ζαί­οι και ο Πα­πα­νί­κας και, α­φού συγκέ­ντρω­σαν ό­λους τους α­πο­φα­σι­σμέ­νους ά­ντρες, ξεσήκω­σαν την πε­ριοχή. Στις 27 του μη­νός άρ­χι­σε η πο­λιορ­κί­α των Τούρ­κων του Α­κρο­κο­ρίν­θου, των ο­ποί­ων ό­μη­ρος πα­ρέ­με­νε ο Αν­δρί­κος Νο­τα­ράς.

Εν τω με­τα­ξύ, οι Πε­ρα­χω­ρί­τες, που α­πό τις 23 Μαρ­τί­ου εί­χαν ε­πα­να­στα­τή­σει υ­πό το Γιάν­νη Χα­τζή Με­λέ­τη και εί­χαν στή­σει στρα­τό­πε­δο στην Πε­ρα­χώ­ρα, ήλ­θαν προς ε­νί­σχυ­ση των πο­λιορ­κού­ντων, ε­νώ οι Δερ­βε­νο­χω­ρί­τες στρα­το­πέ­δευ­σαν στο Ε­ξα­μί­λι, κλεί­νο­ντας έτσι τον Ι­σθμό και κα­θι­στώ­ντας την πο­λιορ­κί­α του κά­στρου α­κό­μη ι­σχυ­ρό­τε­ρη.

Στις 22 Α­πρι­λί­ου, ο Κε­χα­γιά­μπε­ης πέ­ρα­σε την έ­ρη­μη α­πό κα­τοί­κους Βό­χα, στρατο­πέ­δευ­σε στο Λέ­χαιο, ε­νώ στρα­τιω­τι­κά του τμή­μα­τα, πέ­ρα­σαν στις Κε­χρε­ές για να κυ­κλώ­σουν την Κό­ριν­θο. Η Νου­ρή Χα­νούμ, μη­τέ­ρα του Κια­μήλ, διέ­τα­ξε το θά­να­το του Αν­δρί­κου Νο­τα­ρά και η ε­ντο­λή της ε­κτε­λέ­στη­κε αμέσως. Ο Κε­χα­γιάμπε­ης κα­τά­φε­ρε, τε­λι­κά, να λύ­σει την πο­λιορ­κί­α, α­νέ­βη­κε στο κά­στρο στις 23 Απρι­λί­ου, ά­φη­σε ε­νι­σχύ­σεις, έ­κα­ψε την Κό­ριν­θο και προ­χώ­ρη­σε προς τον αρ­γολι­κό κά­μπο.

Η πο­λιορ­κί­α ε­πα­να­συ­στή­θη­κε, αλ­λά μέ­χρι το φθι­νό­πω­ρο πα­ρέ­μει­νε χα­λα­ρή και οι Τούρ­κοι πέ­τυ­χαν με ε­πι­θε­τι­κές ε­ξό­δους την εύ­ρε­ση τρο­φής. Στις 8 Ο­κτωβρί­ου, ο Νι­κό­λα­ος Χρι­στο­δού­λου Σο­λιώ­της διο­ρί­στη­κε νέ­ος αρ­χη­γός της πο­λιορ­κί­ας και η πρώ­τη του ε­πι­χεί­ρη­ση ή­ταν η κα­τά­λη­ψη του ο­χυ­ρού του Πε­ντε­σκου­φί­ου, α­πό ό­που μό­νο μπο­ρού­σε να προ­σβλη­θεί ο Α­κρο­κό­ριν­θος, ε­νώ α­πέ­κο­ψε τις α­νε­φο­δια­στι­κές ο­δούς των Τούρ­κων. Έ­τσι, η α­πελ­πι­σμέ­νη προ­σπά­θεια της 14ης Νο­εμ­βρί­ου για α­νε­φο­δια­σμό των έ­γκλει­στων, α­πέ­τυ­χε οι­κτρά, στοί­χι­σε μά­λι­στα στους Τούρ­κους πολ­λά θύ­μα­τα και βύ­θι­σε τους πο­λιορ­κού­με­νους στην α­πελ­πι­σί­α. Η έλ­λει­ψη τρο­φί­μων, οι ε­πι­δη­μί­ες που άρ­χι­σαν να τη συ­νο­δεύ­ουν, αλ­λά και η ψυ­χο­λο­γι­κή ε­πί­δρα­ση της πτώ­σης της Τρι­πο­λι­τσάς και της αιχ­μα­λω­σί­ας του Κια­μίλ­μπε­η, α­νά­γκα­σαν την Νου­ρή Χα­νούμ να ζη­τήσει α­πό τους Έλ­λη­νες, να φέ­ρουν το γιο της στο στρα­τό­πε­δο, για να συ­νεν­νο­η­θεί μα­ζί του την πα­ρά­δο­ση του φρου­ρί­ου.

Έ­τσι, ό­ταν, ο Υ­ψη­λά­ντης έ­λα­βε την πρό­σκλη­ση των Κο­ριν­θί­ων για να με­τα­βεί με τον μπέ­η στην Κό­ριν­θο, συ­γκά­λε­σε στις 10 Δε­κεμ­βρί­ου του 1821 συμ­βού­λιο με τα μέ­λη της Γε­ρου­σί­ας, ό­που α­πο­φα­σί­στη­καν οι βα­σι­κοί ό­ροι πα­ρά­δο­σης του φρου­ρί­ου.

Στις 12 Δε­κεμ­βρί­ου, ο Υ­ψη­λά­ντης με τους Πε­τρό­μπε­η, Κρεβ­βα­τά, Α­να­γνω­στα­ρά, Πα­πα­φλέσ­σα, Χρι­στό­που­λο και Κο­ρίν­θου Κύ­ριλ­λο έ­φτα­σε στην Κό­ριν­θο, ό­που ενώ­θη­κε με τον Κο­λο­κο­τρώ­νη, που ή­ταν ή­δη ε­κεί α­πό τις 9 Δε­κεμ­βρί­ου, ε­νώ στις 14 Δε­κεμ­βρί­ου έ­φτα­σε και ο Κια­μίλ­μπε­ης, ο ο­ποί­ος φαι­νό­ταν, πια, μάλ­λον α­πρόθυ­μος να πα­ρα­δώ­σει το κά­στρο, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα αρ­νού­νταν να α­πο­κα­λύ­ψει πού ήταν κρυμ­μέ­νοι οι θη­σαυ­ροί του.

Αρ­χές Ια­νουα­ρί­ου του 1822, η πεί­να και οι κα­κου­χί­ες εί­χαν ε­ξα­ντλή­σει τους Τούρ­κους. Έ­τσι, στις 10 του μη­νός, Αλ­βα­νοί και Λα­λαί­οι έ­γκλει­στοι συμ­φω­νούν να πα­ρα­δώ­σουν τα ό­πλα τους και να φύ­γουν για τη Ρού­με­λη α­σφα­λείς. Με­τά α­πό αυ­τό, στις 14 Ια­νουα­ρί­ου, ο Κια­μίλ­μπε­ης α­να­γκά­στη­κε να πα­ρα­δώ­σει το φρού­ριο, χω­ρίς, ό­μως, να α­πο­κα­λύ­ψει πού εί­χε κρυμ­μέ­νους τους θη­σαυ­ρούς του.

Με­τά την πα­ρά­δο­ση του Κά­στρου, στην Κό­ριν­θο ε­γκα­τα­στά­θη­καν τα γρα­φεί­α της “Προ­σω­ρι­νής Διοι­κή­σε­ως” και η “Ε­θνι­κή βου­λή” στο μέ­γα­ρο του πρό­κρι­του και Γε­ρου­σια­στή Θε­ο­χά­ρη Ρέ­ντη, ε­νώ στο ί­διο μέ­γα­ρο έ­γι­ναν οι ε­γκα­τα­στά­σεις του πρώ­του Νο­μι­σμα­το­κο­πεί­ου και του πρώ­του Τυ­πο­γρα­φεί­ου, που τύ­πω­σε το Πρώ­το Σύ­νταγ­μα και την πε­ρί­φη­μη “Δια­κή­ρυ­ξη της Α­νε­ξαρτη­σί­ας”.

Τον Ιού­νιο του 1822, ο πα­σάς της Λά­ρι­σας Δρά­μα­λης, α­νέ­λα­βε να κα­τα­στεί­λει την ε­πα­νά­στα­ση. Έ­τσι, α­φού, κα­τά­φε­ρε να συ­γκε­ντρώ­σει 25.000 άν­δρες, στις 6 Ιου­λί­ου, χω­ρίς να συ­να­ντή­σει ι­διαί­τε­ρη α­ντί­στα­ση έ­φτα­σε στην Κό­ριν­θο και εκ­με­ταλλευό­με­νος τους κα­κούς χει­ρι­σμούς των Ελ­λή­νων, στις 8 Ιου­λί­ου έ­γι­νε κύ­ριος του Α­κρο­κο­ρίν­θου, ε­νώ στις 12 Ιου­λί­ου, α­φού ά­φη­σε λί­γους άν­δρες στο κά­στρο, έ­φθα­σε έ­ξω α­πό το Άρ­γος, προ­ε­λαύ­νο­ντας προς την Αρ­γο­λί­δα.

Τέ­λος του μή­να, ο Δρά­μα­λης, κου­ρα­σμέ­νος α­πό την πο­λιορ­κί­α του Άρ­γους, α­πο­φά­σι­σε να γυ­ρί­σει στην Κό­ριν­θο, προ­σπά­θη­σε, ω­στό­σο, να πα­ρα­πλα­νή­σει τους Έλ­λη­νες, πως πή­γαι­νε προς την Τρι­πο­λι­τσά. Ο Κο­λο­κο­τρώ­νης, ό­μως, δεν έπε­σε στην πα­γί­δα και ο­χύ­ρω­σε τα Δερ­βε­νά­κια, σί­γου­ρος ό­τι ο τουρ­κι­κός στρατός θα περ­νού­σε α­πό κει. Εν τω με­τα­ξύ, στο Α­γιο­νό­ρι εί­χε στρα­το­πε­δεύ­σει εκεί­νες τις η­μέ­ρες ο Νι­κη­τα­ράς και οι Φλεσ­σαί­οι. Την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί, οι σκο­πιές των γύ­ρω λό­φων ει­δο­ποί­η­σαν πως οι Τούρ­κοι κα­τευ­θύ­νο­νταν προς το Δερ­βε­νά­κι. Ή­ταν το με­ση­μέ­ρι της ί­διας μέ­ρας (26 Ιου­λί­ου), ό­ταν η ε­μπρο­σθοφυ­λα­κή της στρα­τιάς του Δρά­μα­λη έ­φτα­σε στο Πα­λη­ό­χα­νο και, α­φού ο Κο­λο­κο­τρώνης πε­ρί­με­νε να μα­ζευ­τεί ό­σο το δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρος ό­γκος του στρα­τεύ­ματος στα στε­νά, διέ­τα­ξε, γε­νι­κή ε­πί­θε­ση. Πα­νι­κό­βλη­τοι οι Τούρ­κοι προ­σπά­θη­σαν να ξε­φύ­γουν προς την πε­ριο­χή του Α­γί­ου Σώ­στη, ό­μως, ε­κεί βρέ­θη­καν ε­γκλω­βι­σμέ­νοι α­νά­με­σα στα πυ­ρά των Ελ­λή­νων, α­φού τους πε­ρί­με­νε ο Νι­κη­τα­ράς και σύμ­φω­να με τις μαρ­τυ­ρί­ες έ­γι­νε α­λη­θι­νή σφαγή. Η τρο­με­ρή κα­τα­στρο­φή α­νά­γκα­σε το Δρά­μα­λη να α­πο­συρ­θεί στην Τί­ρυν­θα, ενώ ο Νι­κη­τα­ράς με τον Πα­πα­φλέσ­σα πή­γαν στο Α­γιο­νό­ρι.

Τη νύ­χτα της 27ης προς 28η Ιου­λί­ου, ο Δρά­μα­λης α­πο­φά­σι­σε, μέ­σω της ο­δού του Α­γιο­νο­ρί­ου και κα­τό­πιν μέ­σω Κλέ­νιας, να φτά­σει στην Κό­ριν­θο. Το σχέ­διο του, όμως, δια­φο­ρο­ποι­ή­θη­κε και κι­νή­θη­κε προς το Στε­φά­νι κι α­πό κει προς τον Ά­γιο Βα­σί­λειο, για να χτυ­πή­σει το Νι­κη­τα­ρά, που ή­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­μο­νω­μέ­νος. Ταυ­τό­χρο­να, στο δρό­μο του Α­γιο­νο­ρί­ου έ­στει­λε μι­κρή δύ­να­μη του στρα­τού, για να α­πα­σχο­λή­σει τους Φλεσ­σαί­ους να μην προ­στρέ­ξουν σε βο­ή­θεια του Νι­κη­τα­ρά. Με­τά α­πό μι­κρή υ­πο­χώ­ρη­ση του ελ­λη­νι­κού στρα­τού, ο Δρά­μα­λης στρά­φη­κε προς το στε­νό, που α­πό το Στε­φά­νι ο­δη­γού­σε στο Α­γιο­νό­ρι. Τό­τε, συ­νέβη η με­γα­λύ­τε­ρη κα­τα­στρο­φή των Τούρ­κων, α­φού ο Νι­κη­τα­ράς τους πρό­λα­βε και η στρα­τιά του Δρά­μα­λη βρέ­θη­κε α­νά­με­σα σε δύ­ο πυ­ρά. Ο Δρά­μα­λης μό­λις που κα­τά­φε­ρε να δια­φύ­γει στην Κό­ριν­θο.

Ο Κο­λο­κο­τρώ­νης με τους άλ­λους ο­πλαρ­χη­γούς α­πο­φά­σι­σαν, στις 30 Ιου­λί­ου, να πο­λιορ­κή­σουν το Δρά­μα­λη στην Κό­ριν­θο και να α­πο­κό­ψουν κά­θε έ­ξο­δό του, προς τη δυ­τι­κή Πε­λο­πόν­νη­σο ή προς τη Στε­ρε­ά. Η κα­τά­λη­ψη ε­πί­και­ρων ση­μεί­ων στο Σού­λι και στο Βα­σι­λι­κό, στον Ά­γιο Σώ­στη και στον Ά­γιο Βα­σί­λειο, στην Κλένια και στα Με­γά­λα Δερ­βέ­νια των Γε­ρα­νεί­ων, ορ­γα­νώ­θη­κε συ­στη­μα­τι­κά. Στις 7 και 12 Αυ­γού­στου ο Δρά­μα­λης, με­τά την με­ρι­κή α­να­σύ­ντα­ξη των δυ­νά­με­ων του, δοκί­μα­σε να σπά­σει τον κλοιό, κα­τευ­θύν­θη­κε προς το Κιά­το και το Βα­σι­λι­κό και στις 20 Αυ­γού­στου συ­γκρού­στη­κε με τους Έλ­λη­νες, λί­γο έ­ξω α­πό το Κιά­το. Η προ­σπά­θειά του α­πέ­τυ­χε, πα­ρά τις α­πώ­λειες που υ­πέ­στη­σαν οι Έλ­λη­νες, α­φού τότε φο­νεύ­θη­κε ο Α­να­γνώ­στης Πε­τμε­ζάς και ο δε­κα­ε­πτά­χρο­νος γιος του, Σω­τή­ρης. Νέ­α ε­πι­χεί­ρη­ση, του α­πελ­πι­σμέ­νου πια Δρά­μα­λη, προς την Κλέ­νια α­πέ­τυ­χε επί­σης, ε­νώ γύ­ρω στα τέ­λη Σε­πτεμ­βρί­ου, η τε­λευ­ταί­α του προ­σπά­θεια, προς τη Με­γα­ρί­δα, α­πέ­τυ­χε α­πό ξη­ράς και θα­λάσ­σης, ταυ­τό­χρο­να. Τέ­λη Ο­κτω­βρί­ου ή Νο­εμβρί­ου ο τούρ­κος Πα­σάς πέ­θα­νε α­πό τη λύ­πη του, ε­γκλω­βι­σμέ­νος στο κά­στρο του Α­κρο­κο­ρίν­θου.

Τα υ­πο­λείμ­μα­τα της με­γά­λης στρα­τιάς του Δρά­μα­λη (3.500 – 4.000 ά­το­μα) με ε­πι­κε­φα­λής τον Ντε­λή Αχ­μέτ πή­ραν τον πα­ρα­λια­κό δρό­μο Κο­ρίν­θου – Βό­στι­τσας για να φθά­σουν στην Πά­τρα. Στις 4 Ια­νουα­ρί­ου 1823 την πο­ρεί­α τους πα­ρε­κώ­λυ­σαν συ­στη­μα­τι­κά οι Ζα­χο­λί­τες με τον ο­πλαρ­χη­γό Π. Γε­ρα­ρή στη θέ­ση “Μαύ­ρα Λι­θά­ρια” και τε­λι­κά, συ­νερ­γα­ζό­με­νοι με τους κα­λα­βρυ­τι­νούς ο­πλαρ­χη­γούς, ε­γκλω­βί­σα­νε και ε­ξου­δε­τε­ρώ­σα­νε ο­λο­σχε­ρώς τους Τούρ­κους. Μό­λις 800 άν­δρες πε­ρι­σώ­θη­καν στα πλοί­α του Γιου­σούφ Πα­σά.

Αρ­χές Ιου­λί­ου του 1823, η πο­λιορ­κί­α του Α­κρο­κο­ρίν­θου συ­νε­χί­ζε­ται υ­πό τον Ιωάν­νη Νο­τα­ρά, μέ­χρι τον Ο­κτώ­βριο του ι­δί­ου έ­τους, ο­πό­τε οι έ­γκλει­στοι ζη­τούν τον Κο­λο­κο­τρώ­νη, για να δια­πραγ­μα­τευ­τούν την πα­ρά­δο­σή τους. Ο Α­κρο­κόριν­θος πα­ρα­δό­θη­κε ο­ρι­στι­κά στους Έλ­λη­νες το με­ση­μέ­ρι της 26ης Ο­κτω­βρί­ου 1823 κι έ­κτο­τε έ­μει­νε ελ­λη­νι­κός.

Το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1824, η πο­λι­τι­κή κρί­ση που υ­πέ­βο­σκε α­πό την αρ­χή του Α­γώνα, ε­ξε­λί­χθη­κε σε εμ­φύ­λιο πό­λε­μο, με α­ντι­μα­χό­με­νους α­πό τη μί­α  τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους στρα­τιω­τι­κούς της Πε­λο­πον­νή­σου, με ε­πι­κε­φα­λής τον Κο­λο­κο­τρώνη και α­πό την άλ­λη τον κύ­κλο του Μαυ­ρο­κορ­δά­του. Έ­τσι, το Μάρ­τιο του ι­δί­ου έ­τους, οι Νο­τα­ραί­οι, Πα­νού­τσος και Ιω­άν­νης, πο­λιόρ­κη­σαν μα­ζί με άλ­λους οπλαρ­χη­γούς τον Α­κρο­κό­ριν­θο. Ο Γεν­ναί­ος Κο­λο­κο­τρώ­νης, που έ­τρε­ξε σε βο­ή­θεια του φρού­ραρ­χου Χε­λιώ­τη, δεν κα­τά­φε­ρε να προ­σφέ­ρει τα α­να­με­νό­με­να, α­φού οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ο­πλαρ­χη­γοί του βρί­σκο­νταν σε μυ­στι­κές συ­νεν­νο­ή­σεις με τους Κου­ντου­ριω­τι­κούς και έ­τσι α­να­γκά­στη­κε να ε­πι­στρέ­ψει στο Κλη­μέ­ντι, ό­που εί­χε το στρα­τό­πε­δό του. Στις 19 Μαρ­τί­ου, με­τά α­πό τις α­σφυ­κτι­κές πιέ­σεις των πο­λιορ­κη­τών, ο Χε­λιώ­της πα­ρέ­δω­σε το Κά­στρο στους Νο­τα­ραί­ους, οι οποί­οι ό­ρι­σαν φρού­ραρ­χο τον Γ. Κί­τσο. Στο τέ­λος του ί­διου χρό­νου, Ρου­με­λιώ­τες, που υ­πό τον Γκού­ρα κα­τέ­βη­καν με­τά α­πό πρό­σκλη­ση του Κω­λέτ­τη στην Πε­λοπόν­νη­σο, διέ­πρα­ξαν α­γριό­τη­τες και λε­η­λα­σί­ες στην Κο­ριν­θί­α, κυ­ρί­ως στα Τρίκα­λα, σαν να ή­ταν ε­χθρι­κή χώ­ρα.

Εν τω με­τα­ξύ, με­σού­σης της δι­χό­νοιας και του αλ­λη­λο­σπα­ραγ­μού, στις 12 Φε­βρουα­ρί­ου του 1825, ο Ι­μπρα­ήμ Πα­σάς φτά­νει με τον Αι­γυ­πτια­κό στό­λο στη Με­θώ­νη και κά­νει α­πό­βα­ση. Λε­η­λα­τώ­ντας και κα­τα­στρέ­φο­ντας, προ­ε­λαύ­νει στην Πε­λο­πόννη­σο και α­να­γκά­ζει -ε­πι­τέ­λους- τους Έλ­λη­νες να μο­νιά­σουν, για να α­ντι­μετω­πί­σουν τον και­νού­ριο κίν­δυ­νο. Ο Κο­λο­κο­τρώ­νης ε­λευ­θε­ρώ­νε­ται α­πό τη φυ­λακή κι α­να­λαμ­βά­νει “Γε­νι­κός Αρ­χι­στρά­τη­γος της Πε­λο­πον­νή­σου”.

Ο Γέ­ρος του Μο­ριά, με το σύν­θη­μα “Τσε­κού­ρι και φω­τιά στους προ­σκυ­νη­μέ­νους”, α­ντι­δρά δυ­να­μι­κά και ε­γκα­θι­στά το κι­νη­τό Στρα­τη­γεί­ο του σε διά­φορα ση­μεί­α της Κο­ριν­θί­ας (στον Ά­γιο Γε­ώρ­γιο της Νε­μέ­ας, στο Ζευ­γο­λα­τιό της Βό­χας, στο Κλη­με­ντο­καί­σα­ρι, στην Κα­στα­νιά, στον Ά­γιο Γε­ώρ­γιο του Φε­νε­ού και στην Ζά­χο­λη) ε­φαρ­μό­ζο­ντας κλε­φτο­πό­λε­μο. Τα κο­ριν­θια­κά στρα­τεύ­μα­τα έ­χουν ο­χυ­ρώ­σει τα Δερ­βε­νά­κια, ε­νώ ο Α­κρο­κό­ριν­θος πα­ρα­μέ­νει στα ελ­λη­νι­κά χέρια. Ο Ι­μπρα­ήμ, ω­στό­σο, πέ­ρα­σε με τις στρα­τιές του α­πό τη Στυμ­φα­λί­α, το Φε­νε­ό και τη Ζά­χο­λη προ­κα­λώ­ντας με­γά­λες κα­τα­στρο­φές. Μά­λι­στα, το 1826, ά­ντρες του Ιμπρα­ήμ προ­ερ­χό­με­νοι α­πό το Φε­νε­ό και κα­τευ­θυ­νό­με­νοι προς το Δερ­βένι, πυρ­πό­λη­σαν τη Ζά­χο­λη.

Τε­λι­κώς, με­τά τη ναυ­μα­χί­α του Ναυα­ρί­νου, τον Ο­κτώ­βριο του 1827, η στρα­τιά του Ι­μπρα­ήμ δια­λύ­θη­κε και η Πε­λο­πόν­νη­σος, μα­ζί και η Κο­ριν­θί­α, α­πε­λευ­θε­ρώ­θηκαν ο­ρι­στι­κά και α­πε­τέ­λε­σαν τον πυ­ρή­να του πρώ­του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, του ο­ποί­ου η α­πό­λυ­τη α­νε­ξαρ­τη­σί­α α­να­γνω­ρί­στη­κε, ε­πί­ση­μα, στις 22 Ια­νουα­ρί­ου του 1830, με το πρω­τό­κολ­λο του Λον­δί­νου.

Leave a Reply